Θρυλείται ότι στο άκουσμα της κατάρρευσης του σοβιετικού καθεστώτος ο μεγάλος ιστορικός της Επανάστασης Φιρέ αναφώνησε ανακουφισμένος: «Ξεμπερδέψαμε επιτέλους με τη Γαλλική Επανάσταση». Η ιστοριογραφική στροφή στη μελέτη της Επανάστασης την οποία ο Φιρέ επέβαλε ήταν κατά κύριο λόγο εναντίον των μαρξιστικών ερμηνειών εισάγοντας ένα ερμηνευτικό σχήμα του οποίου οι ρίζες απλώνονταν αρκετά πίσω.
Σύμφωνα με αυτό, το κενό το οποίο δημιούργησε η κατάρρευση της απόλυτης βασιλικής κυριαρχίας καλύφθηκε από μια καινούργια έννοια, αυτή του κυρίαρχου λαού, το πολιτειακό όραμα της οποίας ως άμεση καθαρή δημοκρατία επέβαλε τον Τρόμο και οδήγησε στον κρατικό συγκεντρωτισμό. Το σχήμα είναι εξόχως αντιπροσωπευτικό αλλά διόλου νέο. Ως γενεσιουργός αιτία όλων των μοντέρνων πολιτικών φαινομένων η Επανάσταση αποτέλεσε το προνομιακό θέμα πολλών και αντιτιθέμενων ερμηνειών.
Δεν θα αδικήσουμε την πολυπλευρικότητά τους αν σχηματικά τοποθετήσουμε ως κεντρικό άξονα το έτος 1793 γύρω από τον οποίο περιστρέφονται οι εκατέρωθεν ερμηνείες. Αυτό που ο Φιρέ υποδέχεται ενθουσιασμένος είναι ο τερματισμός μιας μακράς πορείας με αφετηρία το ‘93, πορεία που σύμφωνα με τη φιλελεύθερη προσέγγιση εκφύλισε τη δημοκρατική πολιτεία οδηγώντας τη στον ολοκληρωτισμό.
Η φιλελεύθερη δυσφορία έναντι του πλήθους έλαβε κατά καιρούς διάφορες μορφές, η βασικότερη, όμως, εξακολουθεί να είναι τούτη: οι πολλοί, ο λαός, δεν μπορούν να λογιστούν ως πλήρως έλλογα όντα, καθώς κατά κύριο λόγο κυρίαρχο ρόλο στις αποφάσεις τους κρατούν τα πάθη. Φυσικά, το σχήμα είναι και αυτό με τη σειρά του πανάρχαιο, διατηρεί παρ’ όλα αυτά τη ζωτικότητά του: «Στη Γαλλική Επανάσταση η κριτική υποψία θα συναντηθεί για πρώτη φορά με τον λαϊκό φόβο και την απέχθεια για τις ελίτ» (Ν. Σεβαστάκης, «Ο κόσμος ως ατέλειωτη συνωμοσία», «Εφ.Συν.», 11-12 Φεβρουαρίου 2017).
Ετσι, η υποψία, θεμέλιος ιδέα της νεωτερικότητας ως φιλοσοφικό χειραφετικό ενέργημα, όταν συναντά τον λαϊκό νου εκφυλίζεται σε συνωμοσιολογία. Εύκολα παραβλέπεται εδώ το γεγονός ότι η απέχθεια για την απέναντι τάξη δεν ήταν αποκλειστικό γνώρισμα των μαζών, καθώς οι ελίτ μισούσαν και απεχθάνονταν με την ίδια ένταση το πλήθος· ότι η λαϊκή δημιουργία και θέσμιση κατά τη διάρκεια της Επανάστασης αποτελεί το πλέον αξιοσημείωτο γεγονός της· ότι η διάχυση των νέων ιδεών και η υποδοχή τους από τις λαϊκές τάξεις πέραν των αλλαγών στις ιδέες και στις αντιλήψεις παρήγαγε μια διόλου ευκαταφρόνητη, τουλάχιστον σε μέγεθος, επαναστατική και φιλοσοφική φιλολογία· ότι ήταν μέλη των ελίτ αυτοί που μετέτρεψαν την κορωνίδα των συνωμοσιολογικών θεωριών, τον αντισημιτισμό, σε απόλυτη κοσμοεικόνα σκοτεινιάζοντας για πάντα την ανθρώπινη μοίρα.
Και μερικές παρατηρήσεις επί της κατασκευής του σχήματος: πέραν της κοινωνιολογικής αβασιμότητας, η υπόθεση δύο διακριτών και αδιαφοροποίητων τάξεων οι οποίες έχουν διαφορετική και άνιση σχέση με τον Λόγο και τις λειτουργίες του δεν μπορεί να σταθεί. Χρειάζεται μια μερική ανθρωπολογία για να τη στηρίξει, κάτι που μετά την πλήρη απονομιμοποίηση των χωριστικών θεωριών του 18ου, 19ου και 20ού αιώνα δεν είναι δυνατό.
Οι ανθρωπολογίες μας οφείλουν πλέον να είναι καθολικές και οι όποιες διαφοροποιήσεις μπορούν να έχουν μόνο συγκυριακό, μεταβατικό και μη αποκλειστικό χαρακτήρα. Αλλωστε, οφείλουν και αυτές να υπάγονται και να θεωρούνται υπό το πρίσμα γενικών ανθρωπολογικών παραδοχών όπως η δυνατότητα τελειοποιησιμότητας ή καθήλωσης στην εξαχρείωση, οι οποίες σε πείσμα των διάφορων ελιτισμών είναι έγκυρες μόνο όταν είναι καθολικές.
Η επιφυλακτικότητα, ο φόβος και η εχθρότητα έναντι των λαϊκών τάξεων αποτελούσε δομικό χαρακτηριστικό των φιλελεύθερων ιδεών το οποίο στο πεδίο της πολιτικής εκφράστηκε με διάφορους τρόπους, όπως η πρόταση των πολλαπλών ψήφων του Μιλ, τα εισοδηματικά κριτήρια στο δικαίωμα ψήφου, οι γερουσίες και οι άνω βουλές, πάντα ως αντιστάθμισμα της εισόδου των μαζών στην πολιτική.
Το επίδικο αποτελούσε, βεβαίως, η ιδιοκτησία, καθώς αφ’ ενός η επίθεση των μαζών εναντίον της αποτελούσε δείγμα άφρονος συμπεριφοράς που θα συμπαρέσυρε τον πολιτισμό στην πτώση του, αφ’ ετέρου διότι η κατοχή ιδιοκτησίας αποτελούσε την υλική φανέρωση του έλλογου βίου. Στις μέρες μας, βεβαίως, η ιδιοκτησία δεν κινδυνεύει, παρ’ όλα αυτά η φιλελεύθερη αγοραφοβία (ως φόβος του πλήθους αλλά και της αγοράς ως του δημοκρατικού τόπου) εκστρατεύει ξανά.
Σε εποχές έντονων και επίφοβων ανακατατάξεων κατά τις οποίες οι οικονομικές και πολιτικές ελίτ αμφισβητούνται ευρέως, η θεωρία του μη έλλογου λαού επανεισάγεται στον δημόσιο λόγο, τούτη τη φορά ως λαϊκισμός. Στρεφόμενος κατά κύριο λόγο εναντίον της Αριστεράς ο λαϊκισμός συσχετίζει, ως απέχθεια για τις ελίτ, τον δημοκρατικό αντιελιτισμό με την κατά συνθήκη εναντίωση της Δεξιάς σε συγκεκριμένες ελίτ. Και αυτό δεν αποτελεί απλώς ένα εννοιολογικό λάθος του απαλλαγμένου από πάθη λογικού…
