Μια πετυχημένη διάψευση μπορεί να μη λέει την πλήρη αλήθεια. Μπορεί και να βασίζεται ολοσχερώς σε ψέμματα. Για να θεωρηθεί πετυχημένη, πρέπει ωστόσο να σέβεται έναν στοιχειώδη επικοινωνιακό κανόνα: το περιεχόμενό της να μην έρχεται σε κραυγαλέα αντίθεση με τη βιωμένη εμπειρία χιλιάδων ανθρώπων.
Ιδίως όταν αυτή η τελευταία ενδέχεται να έχει όχι μόνο βιωθεί αλλά και καταγραφεί, σε μια κοινωνία όπου λίγο πολύ οι πάντες βιντεοσκοπούν πλέον τα πάντα.
Την απλή αυτή αλήθεια επιβεβαιώνει ως αρνητικό παράδειγμα η προχθεσινή απάντηση της Εθνικής Βιβλιοθήκης στο σαββατιάτικο ρεπορτάζ του συναδέλφου Νίκου Σβέρκου στην «Εφ.Συν.», σχετικά με το νυχτερινό πάρτι «απονομής βραβείων» της εταιρείας Dell στο ιστορικό κτίριο της Πανεπιστημίου την περασμένη Πέμπτη.
Αν μη τι άλλο, η όλη αξιοπιστία της εν λόγω «διάψευσης» τινάζεται στον αέρα ισχυρισμό πως η εκδήλωση συνοδεύτηκε από «μουσικό πρόγραμμα ποιότητας (κουαρτέτο εγχόρδων και άριες κλασικού οπερατικού ρεπερτορίου)» κι όχι από χορευτικά κομμάτια Latin, όπως έγραφε ο συνάδελφος.
Τα κριτήρια βάσει των οποίων μια μουσική χαρακτηρίζεται «ποιοτική» είναι βέβαια καθαρά υποκειμενικά· στα προσωπικά γούστα του γράφοντος, ο Τσιτσάνης κατέχει λ.χ. ψηλότερη θέση απ’ ότι το «κλασικό οπερετικό ρεπερτόριο».
Το μόνο σίγουρο όμως είναι ότι, το βράδυ της περασμένης Πέμπτης, η μουσική που εκλυόταν (στη διαπασών) από το ιστορικό κτίριο της Εθνικής Βιβλιοθήκης στον ευρύτερο περιβάλλοντα χώρο δεν είχε και πολλή σχέση με «κουαρτέτα εγχόρδων», «άριες» και τα συναφή.
Το διαπίστωσαν μερικές χιλιάδες άνθρωποι που πέρασαν από το πολυσύχναστο αυτό σημείο του αθηναϊκού κέντρου· ανάμεσά τους και ο υπογράφων, που βρέθηκε εκεί γύρω στις 10 μμ. και δεν αντιστάθηκε στον πειρασμό να τραβήξει κάποια πλάνα απ’ αυτή την πρεμιέρα του ιστορικού κτιρίου στον καινούριο του ρόλο.
Οι αναγνώστες μας μπορούν με τη σειρά τους να το διαπιστώσουν κι αυτοί στο παρακάτω βίντεο.
Πέρα από τις πραγματολογικές αστοχίες της, η απάντηση της Εθνικής Βιβλιοθήκης αποκαλύπτει ωστόσο πολύ περισσότερα απ’ όσα επιχειρεί να διαψεύσει.
Το εταιρικό γλέντι της περασμένης Πέμπτης, ξεκαθαρίζει, «οργανώθηκε στο ιστορικό κτήριο, προς υπόμνηση του ρόλου του στη νέα πραγματικότητα της Βιβλιοθήκης», εντάσσεται στο πλαίσιο μιας «ανοικτής επικοινωνιακής πολιτικής υψηλής στόχευσης και ποιότητας» και συνδέεται με την υπό εξέλιξη μετεγκατάσταση της βιβλιοθήκης στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος.
Αν όλα αυτά ακούγονται κάπως ακατανόητα, το ερμηνευτικό κλειδί δίνει κι εδώ η σχετική έρευνα αγοράς που πραγματοποιήθηκε τηλεφωνικά και δια ζώσης (στον προθάλαμο του κτιρίου) τον περασμένο Οκτώβριο («Εφ.Συν.» 3/3/2017).
Εκτός από τη διαθεσιμότητα των χρηστών της βιβλιοθήκης για καταβολή αντιτίμου στο ΚΠΙΣΝ, τα ερωτήματα της έρευνας αφορούσαν και τις δυνητικές εναλλακτικές χρήσεις του ιστορικού κτιρίου.
Με το πάρτι της περασμένης Πέμπτης, η μετατροπή αυτού του τελευταίου σε νεοπλουτίστικο χώρο δεξιώσεων στην καρδιά του ιστορικού κέντρου, σε κοινή θέα (και ακρόαση) αλλά στη δέουσα υψομετρική απόσταση από τη διερχόμενη πλέμπα, σημείωσε ίσως ένα πρώτο, έστω και άτσαλο βήμα…
