Χωρίς τη Βρετανίδα πρωθυπουργό, Τερέζα Μέι, συνεχίζουν σήμερα τις συνομιλίες οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τη δεύτερη ημέρα της συνόδου κορυφής στις Βρυξέλλες.
Οι 27 θα προετοιμάσουν της «Διακήρυξη της Ρώμης», που θα δώσουν στη δημοσιότητα στη συνάντηση της 25ης Μαρτίου στη Ρώμη με αφορμή τον εορτασμό για τα 60 χρόνια από την ίδρυση της σημερινής Ε.Ε.
Κεντρική ιδέα του κειμένου αναμένεται να είναι η διατήρηση της υποτιθέμενες «ενότητας» της μετά το διαζύγιο της Ευρωπαϊκή Ένωση με τη Μεγάλη Βρετανία.
Φυσικά θα βρεθεί στο τραπέζι η πρόταση για την Ευρώπη των δύο ταχυτήτων και αναμένεται να γίνει μια πρώτη ανταλλαγή απόψεων. Μια διερεύνηση του εδάφους, ιδίως για τη Γερμανία και τη Γαλλία, αν και τα πράγματα είναι ακόμη ρευστά και η εικόνα θολή.
Άλλωστε, η ιδέα ενός ευρωπαϊκού μέλλοντος πολλών ταχυτήτων κυριαρχεί στις συζητήσεις και υποστηρίζεται κυρίως από αυτές τις δύο χώρες. Όμως, άλλες χώρες ανησυχούν μήπως εξελιχθούν σε μέλη της δεύτερης ζώνης/ταχύτητας της Ενωσης.
Αυτές είναι κυρίως οι χώρες της ομάδας του Βίζεγκραντ (Πολωνία, Ουγγαρία, Τσεχική Δημοκρατία, Σλοβακία, διεύρυνση προς ανατολάς του 2004), που έχει αναδειχθεί τους τελευταίους μήνες συγκροτώντας μπλοκ, αρχικά, κατά της μεταναστευτικής/προσφυγικής πολιτικής της Ε.Ε.
Οι Πολωνοί δεν θέλουν τον Πολωνό
Στο μεταξύ παραμένει η ένταση, την επομένη της εκλογής του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβυολίου Ντόναλντ Τουσκ για δεύτερη θητεία, παρά την σφοδρή αντίδραση της Πολωνίας, η οποία πλέον κάνει λόγο «για επικίνδυνο προηγούμενο».
Ο πρώην πρωθυπουργός της Πολωνίας εξελέγη με 27 έναντι μία ψήφου, σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, που επιβεβαίωσαν τη συντριπτική υποστήριξη των χωρών της ΕΕ, με επικεφαλής την Γερμανία και την Γαλλία, προς το πρόσωπο του Ντόναλντ Τουσκ.
Σε αντίποινα, η Πολωνία αποφάσισε να «μη αποδεχθεί τα συμπεράσματα αυτής της συνόδου κορυφής», προειδοποίησε η πρωθυπουργός της Πολωνίας Μπεάτα Σίντλο.
Απουσία συναίνεσης, το τελικό ανακοινωθέν της συνόδου, που αφορά επίσης θέματα όπως η μετανάστευση, η οικονομία, η άμυνα ή η κατάσταση στα δυτικά Βαλκάνια, υιοθετούνται εξ ονόματος του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, «με την υποστήριξη των 27 χωρών μελών», σε ένα σχήμα που νομικά δεν δεσμεύει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο καθαυτό, αφού δεν υπάρχει ομόφωνη έγκριση.
Αυτό το κείμενο δεν συγκέντρωσε συναίνεση για λόγους που δεν έχουν σχέση με την ουσία, αναφέρεται στην πρώτη σελίδα.
Ορισμένες χώρες, όπως το Λουξεμβούργο και το Βέλγιο, εξέφρασαν τη βαθιά τους δυσαρέσκεια για το γεγονός ότι ένα «εσωτερικό» πρόβλημα έχει ως αποτέλεσμα το «μπλοκάρισμα» της Ενωση, δήλωσε ευρωπαϊκή πηγή.
«Προσταγή του Βερολίνου»
Η εθνικιστική, υπερσυντηρητική κυβέρνηση του Κόμματος Δικαίου και Δικαιοσύνης που κυβερνά στη Βαρσοβία, που θεωρεί τον Ντόναλντ Τουσκ πολιτικό εχθρό, χαρακτήρισε «επικίνδυνο προηγούμενο» την χθεσινή ψηφοφορία, που κατά τη γνώμη της αγνοεί την βούληση ενός κράτους μέλους, που τυχαίνει να είναι και η χώρα καταγωγής του υποψηφίου.
«Γνωρίζουμε πλέον ότι πρόκειται για μία Ευρωπαϊκή Ενωση υπό τις προσταγές του Βερολίνου», δήλωσε ο υπουργός Εξωτερικών της Πολωνίας Βίτολντ Βασικόφσκι στο wpolityce.pl.
Η Βαρσοβία προσάπτει στον Ντόναλντ Τουσκ ότι καταχράσθηκε την εξουσία του εμπλεκόμενος «προσωπικά» στην πολιτική ζωή της Πολωνίας, όπου σειρά μεταρρυθμίσεων που εισήγαγε η πολωνική κυβέρνηση επικρίθηκαν σφοδρά από τις Βρυξέλλες ως παραβιάσεις του κράτους δικαίου.
Ωστόσο, η στάση της Βαρσοβίας δεν αλλάζει τίποτε στην επανεκλογή του Τουσκ.
«Επιτύχαμε ένα καλό αποτέλεσμα αν και δεν έχουμε ομοφωνία. Αλλά ανανεώσαμε τη θητεία του προέδρου του Συμβουλίου. Με αυτό μπορούμε να εργασθούμε», δήλωσε μετά την ψηφοφορία η Αγγελα Μέρκελ.
Εμφανώς επηρεασμένος από το επεισόδιο, ο Ντόναλντ Τουσκ δήλωσε ότι θα κάνει «ό,τι είναι δυνατόν για να κάνει την Ευρωπαϊκή Ενωση καλύτερη, συνεργαζόμενος με όλα τα κράτη μέλη , χωρίς εξαιρέσεις».
Μετά την υπόθεση Τουσκ, οι 28 συζήτησαν το θέμα της εμπορικής πολιτικής της ΕΕ, η οποία επλήγη από την λαϊκή αντίδραση κατά των συμφωνιών ελευθέρου εμπορίου, κυρίως της συμφωνίας με τον Καναδά (CETA) και της συμφωνίας που τελεί υπό διαπραγμάτευσιν με τις ΗΠΑ (TTIP).
