Οπως ακριβώς αρκετές φορές νωρίτερα τα τελευταία επτά χρόνια, όταν τα χρονικά περιθώρια στενεύουν η ρητορική των ισχυρών συγκλίνει και σκληραίνει προκειμένου ο αδύναμος να κάνει πίσω.
Ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) Κλάους Ρέγκλινγκ και ο εκπρόσωπος του ΔΝΤ Τζέρι Ράις διασταύρωσαν χθες τα ξίφη τους για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Στο τέλος όμως και οι δύο τα έστρεψαν κατά της ελληνικής κυβέρνησης απαιτώντας με μια φωνή υλοποίηση των γνωστών επώδυνων μεταρρυθμίσεων.
«Δανείζουμε με επιστροφή»
Την παρτίδα ξεκίνησε ο Ρέγκλινγκ, ο οποίος με άρθρο του στους Financial Times επιχείρησε να αντικρούσει τη θέση του Ταμείου ότι το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο. Ο γενικός διευθυντής του ESM υπενθύμισε την πρόοδο που έχει κάνει η ελληνική οικονομία και ότι οι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί διάσωσης έχουν δανείσει 174 δισ. ευρώ στη χώρα.
«Δεν θα δανείζαμε αυτά τα χρήματα αν πιστεύαμε ότι δεν θα τα πάρουμε πίσω», παρατήρησε με αφοπλιστικό τρόπο. Υπερασπίστηκε τις κινήσεις που έγιναν στο παρελθόν για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους και τη μείωση του κόστους εξυπηρέτησής του, σημειώνοντας ότι και τα βραχυπρόθεσμα μέτρα που υιοθετήθηκαν πρόσφατα βοηθούν προς αυτή την κατεύθυνση. Τόνισε ότι αν το πρόγραμμα που συμφωνήθηκε εφαρμοστεί πλήρως η βιωσιμότητα του χρέους είναι εφικτή.
Ο Ρέγκλινγκ απέδωσε τη διαφορετική θέση του ΔΝΤ στην αδυναμία του τελευταίου να εντάξει στην ανάλυσή του: α. το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι μέλος της ευρωζώνης και απολαμβάνει πολύ μακροπρόθεσμα δάνεια με εξαιρετικά ευνοϊκούς όρους, β. τη δέσμευση των εταίρων της για πρόσθετη ελάφρυνση χρέους από τα μέσα του 2018, και γ. την υπόσχεση για μεγαλύτερη βοήθεια μακροχρόνια υπό την προϋπόθεση ότι θα τηρήσει τις δεσμεύσεις της.
«Οι χώρες εκτός ευρωζώνης δεν μπορούν να βασιστούν σε ανάλογες δεσμεύσεις. Από τη στιγμή που τελειώσουν τα δάνεια του ΔΝΤ είναι μόνες τους», παρατήρησε ο Ρέγκλινγκ συμπληρώνοντας ότι «στην Ελλάδα ο ESM θα ελέγχει τα 2/3 του χρέους για τουλάχιστον 30 χρόνια». Κατέληξε δε, ότι η λύση για την Ελλάδα δεν βρίσκεται στην πρόσθετη ελάφρυνση χρέους, αλλά στην υλοποίηση μεταρρυθμίσεων από την κυβέρνηση… Η προηγούμενη εμπειρία αυτό δείχνει άλλωστε, ότι ανταλλαγή δανείων έναντι μεταρρυθμίσεων δουλεύει.
Πλεόνασμα και στόχοι
Το απόγευμα, τη σκυτάλη πήρε ο Τζέρι Ράις. Υπερασπιζόμενος τις θέσεις του Ταμείου επανέλαβε ότι η ισχυρή προτίμηση αυτού είναι πρωτογενές πλεόνασμα 1,5% του ΑΕΠ με σημαντική ελάφρυνση χρέους χωρίς επιπλέον λιτότητα. Ομως αν τελικά Ευρωπαίοι και Ελλάδα θέλουν μεσοπρόθεσμα πλεονάσματα στο 3,5% του ΑΕΠ, τότε το χρέος είναι βιώσιμο μόνο για λίγα χρόνια και μόνο με ισχυρές μεταρρυθμίσεις και μέτρα που θα ενισχύσουν την ανάπτυξη.
Απαντώντας στην επιχειρηματολογία του Ρέγκλινγκ σημείωσε ότι η στήριξη που προσφέρει η Ευρώπη στην Ελλάδα δεν είναι άνευ όρων, αλλά εξαρτάται από την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων και την επίτευξη στόχων. Παρατήρησε όμως ότι τις δύο φορές τα τελευταία χρόνια (2012, 2015) που η Ελλάδα αντιμετώπισε κρίση οφειλόταν στο ότι δεν έπιασε τους στόχους και η Ευρώπη διέκοψε τη δανειοδότησή της. Γεγονός που οδήγησε σε συζητήσεις για έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ.
Το ΔΝΤ θεωρεί έτσι ότι οι στόχοι πρέπει να είναι ρεαλιστικοί. Για την «ταμπακέρα», την επιμονή του Ταμείου σε μείωση του αφορολόγητου ορίου και των συντάξεων, είπε ότι «σε κάθε περίπτωση κάποιες μεταρρυθμίσεις είναι σημαντικές για την ανταγωνιστικότητα και την ελληνική οικονομία, όμως μπορούν να νομοθετηθούν σήμερα και να εφαρμοστούν στο εγγύς μέλλον», αφότου η ελληνική οικονομία αρχίσει να ανακάμπτει.
Δήλωσε ακόμη ότι δεν υπάρχει χρονοδιάγραμμα για την επιστροφή της αποστολής του ΔΝΤ στην Ελλάδα και ότι παρά τις διαφωνίες τους Ευρώπη και Ταμείο συγκλίνουν σε βασικά θέματα.
Κρατικά ομόλογα
Η «ευγενής» ανταλλαγή απόψεων των δύο πλευρών διαδραματιζόταν ενώ στις αγορές οι αποδόσεις των ελληνικών κρατικών ομολόγων χτυπούσαν και πάλι υψηλά μηνών. Η απόδοση του δεκαετούς τίτλου του ελληνικού Δημοσίου προσέγγιζε το 7,82% όταν την ίδια στιγμή η αντίστοιχη του γερμανικού bund κυμαινόταν περί το 0,3%.
Από την πλευρά της η Moody’s χτύπησε καμπανάκι χθες για τους κινδύνους που απορρέουν από τη σύγκρουση των δανειστών για το ελληνικό χρέος. Ο διεθνής οίκος χαρακτήρισε το αδιέξοδο των δύο πλευρών πιστωτικά αρνητικό για την Ελλάδα. Απέκλεισε όμως το ενδεχόμενο ενός χρεοστασίου, αφού κάτι τέτοιο δεν είναι προς το συμφέρον των Ευρωπαίων πιστωτών. Αντίθετα βλέπει πιο πιθανό έναν πολιτικό συμβιβασμό που θα οδηγήσει σε χρηματοδότηση-γέφυρα ανάλογη με αυτήν του 2015.
Επίσης ο βρετανικός Economist σημειώνει στο Editorial του ότι πέντε χρόνια από την ανάδυση σεναρίων Grexit το ελληνικό χρέος παραμένει σε τροχιά που δεν εγγυάται την παραμονή της χώρας στην ευρωζώνη.
Ωστόσο θεωρεί απίθανο το ενδεχόμενο ενός Grexit στα επόμενα πέντε χρόνια. Παρατηρεί ακόμη ότι καθώς το ελληνικό χρέος βρίσκεται στα χέρια ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και θεσμών, η χώρα γίνεται ουσιαστικά όμηρος λαϊκιστικών πολιτικών και κινήσεων που αναδύονται σε τέτοιες περιπτώσεις.
