Iκανοποιητικά είναι τα αποτελέσματα της εξωτερικής αξιολόγησης των ΑΕΙ της χώρας από την Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας (ΑΔΙΠ), αφού από τα 36 συνολικά ιδρύματα (Πανεπιστήμια και ΤΕΙ) περίπου το ένα τρίτο αυτών (27,8%) βαθμολογήθηκε με άριστα, η μεγάλη πλειονότητα (61,1%) θετικά, μόνο το 11,1% «μερικώς θετικά» και κανένα αρνητικά.
Τι έχουν τα έρμα και… νοσούν;
Κυρίως τα αυτονόητα, όπως άδεια ταμεία και ελλείψεις σε προσωπικό (επιστημονικό και διοικητικό), αλλά και ανεπάρκεια στον προσδιορισμό «στόχων» και «αποστολής», όπως τουλάχιστον τονίζει η ΑΔΙΠ, συμπεριλαμβάνοντας, μάλιστα, στα «εμπόδια» τους θεσμικούς περιορισμούς στη διοίκηση και τη διαχείριση (που δημιουργούν «προβλήματα» με το αρμόδιο υπουργείο Παιδείας), την υπερρύθμιση και την καθυστέρηση της διεθνοποίησης των ΑΕΙ.
«Διεθνείς» και οι λύσεις που προτείνει: νέες πηγές χρηματοδότησης, θεσμική αυτονομία γενικώς και ειδικώς, οργανωτική αυτονομία (ακόμη και εντός των ιδρυμάτων, λ.χ., για τα προγράμματα σπουδών), ταχύτερη και βαθύτερη προώθηση της αξιολόγησης ακόμη και με συστήματα μέτρησης απόδοσης στόχων και χρονοδιαγραμμάτων.
Οι ξένοι αξιολογητές που επισκέφθηκαν όλα τα ανώτατα ιδρύματα της χώρας (Πανεπιστήμια και ΤΕΙ) και προέβησαν σε επιτόπιες αξιολογήσεις, από τον Οκτώβριο του 2015 έως τον Ιούλιο του 2016, πρώτη φορά για όλα τα ιδρύματα, επιβεβαίωσαν από τη μια υπάρχουσες καταστάσεις και γνωστά προβλήματα και από την άλλη πρότειναν -επίσης γνωστές- λύσεις που είτε ως αναπόφευκτες είτε ως επιβεβλημένες προσδιορίζουν σημαντικές αλλαγές στο προφίλ των ελληνικών ιδρυμάτων.
Η εικόνα είναι γνωστή, ειδικά στο υπουργείο Παιδείας, το οποίο ξεκινά οσονούπω το εγχείρημα του ενιαίου χώρου.
Οι προτάσεις που παρουσίασε πρόσφατα στη σύνοδο πρυτάνεων ο κ. Γαβρόγλου περιλαμβάνουν αρκετές από τις προτεινόμενες.
Η συνέχεια, όμως, θα είναι ακόμα πιο κρίσιμη, αφού θα περιλαμβάνει το ξεδιάλεγμα των διεθνών συνταγών, μερικές εκ των οποίων είναι απαραίτητες, άλλες όμως ήδη αποτυχημένες.
Κυρίαρχη γλώσσα στην έκθεση της ΑΔΙΠ είναι αυτή τού «ναι μεν, αλλά». (Ναι, κρίνεται συνολικά θετική η εικόνα των προπτυχιακών σπουδών, αλλά χρειάζονται μεγαλύτερη οργανωτική αυτονομία και συστήματα μέτρησης στόχων και χρονοδιαγραμμάτων.)
Ωστόσο, τα συμπεράσματα που παρατίθενται είναι σαφή.
Αναφέρουμε τα κυριότερα εξ αυτών, όπως και τις συστάσεις, ακριβώς όπως καταγράφονται στη συνοπτική τους παρουσίαση (υπάρχει αναλυτικά ανά ίδρυμα ΕΔΩ).
➲ Θεσμικά ζητήματα
Σε αρκετές εκθέσεις των εξωτερικών αξιολογητών αναφέρονται έντονα θέματα θεσμικού περιεχομένου και προβλήματα με το υπουργείο (περιορισμοί στη διοίκηση και διαχείριση-υπερρύθμιση), ενώ θα πρέπει να γίνει πιο αποτελεσματική η επικοινωνία και εμπλοκή των μελών των ιδρυμάτων στον στρατηγικό προγραμματισμό και την υλοποίησή του.
➲ Προγράμματα σπουδών
Η εκτίμηση των γενικών χαρακτηριστικών των Προπτυχιακών Προγραμμάτων Σπουδών κρίνεται συνολικά θετική.
Οι εξωτερικοί αξιολογητές διαπίστωσαν ότι τα περισσότερα ΠΠΣ είναι διασυνδεδεμένα με την οικονομία και τη σύγχρονη αγορά εργασίας, ενώ σημαντικό μέρος των συστάσεων από προηγούμενες εξωτερικές αξιολογήσεις (των τμημάτων) έχει ήδη εφαρμοστεί, μέσω περιορισμένων αλλαγών στα προγράμματα σπουδών.
Τα Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα γνωστικών αντικειμένων.
Ορισμένα Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών χαρακτηρίζονται καινοτόμα και προσαρμοσμένα στις νέες τεχνολογίες.
Τα κοινά εμπόδια στα ΠΠΣ, ΠΜΣ και διδακτορικών σπουδών (Α’, Β’ και Γ’ κύκλος σπουδών αντίστοιχα) εντοπίζονται στις περικοπές της χρηματοδότησης καθώς και στην έλλειψη διδακτικού και διοικητικού προσωπικού.
Συστήνεται η θεσμοθέτηση μεγαλύτερης οργανωτικής αυτονομίας τους στο πλαίσιο των ιδρυμάτων και ο εξορθολογισμός τους.
Παράλληλα, θα πρέπει να καθιερωθεί η μεγαλύτερη συμμετοχή των φοιτητών στις διαδικασίες διασφάλισης ποιότητας.
Τα προγράμματα σπουδών πρέπει να προσαρμοστούν βάσει των μαθησιακών αποτελεσμάτων, ώστε να είναι συμβατά με τα ευρωπαϊκά πρότυπα (ESG) και τους όρους της ΑΔΙΠ στη διαδικασία πιστοποίησης.
Επιπλέον, απαιτείται η συνεχής αξιολόγηση της προόδου όλων των υποψήφιων διδακτόρων καθώς και η παρότρυνσή τους να συμμετέχουν σε συνέδρια.
Εν κατακλείδι, προτείνεται η διαμόρφωση ενός συστήματος μέτρησης της απόδοσης (Key Performance Indicator KPI’s) στόχων και χρονοδιαγραμμάτων και η διερεύνηση περαιτέρω πηγών χρηματοδότησης.
➲ Διοίκηση – χρηματοδότηση
Στην πλειονότητα των εκθέσεων αναγνωρίζονται ως θετικά στοιχεία η αποτελεσματικότητα της διοίκησης των ιδρυμάτων και η ποιότητα των ανθρώπινων πόρων.
Ως θετικότερα κρίνονται η ποιότητα και η ποσότητα του παραγόμενου ερευνητικού έργου και οι ερευνητικές συνεργασίες.
Στις εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης των ΑΕΙ συνεισέφεραν καθοριστικά τα ερευνητικά κονδύλια των ιδρυμάτων μέσω των Ειδικών Λογαριασμών Κονδυλίων Ερευνας.
Στο πλαίσιο αυτό οι σχέσεις των ιδρυμάτων με οικονομικούς και κοινωνικούς φορείς κρίνονται ικανοποιητικές.
➲ Εσωτερικό σύστημα
Συστήνεται η ενίσχυση της εκπροσώπησης των φοιτητών, όπως ορίζει το νομικό και ευρωπαϊκό πλαίσιο για τη διασφάλιση ποιότητας.
Εν συνεχεία χρειάζεται να επιδεικνύεται ευαισθησία στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, να διαμορφωθεί ιδρυματική πολιτική (bottom-up) για τη διασφάλιση ποιότητας ως ανταπόκριση σε ό,τι συμβαίνει σε επίπεδο σχολής και στις εθνικές πολιτικές (top-down).
Η διοίκηση οφείλει να χρησιμοποιεί δείκτες μέτρησης των επιδόσεων και επιτευγμάτων.
Προτείνεται να αναληφθούν επιπρόσθετες δράσεις στην κατεύθυνση βελτίωσης της καθημερινής λειτουργίας ενός προγράμματος σπουδών (όπως projects, practical training, internships κ.λπ.). Σημαντικό είναι να δοθούν κίνητρα στους φοιτητές για παρακολούθηση των μαθημάτων.
Σχετικά με τη διασφάλιση ποιότητας στο διδακτικό προσωπικό, συστήνεται η ενίσχυση της συνεχούς εκπαίδευσης και κατάρτισης των μελών ΔΕΠ. Επίσης επιβάλλεται η αναβάθμιση των μαθησιακών πόρων, των πληροφοριακών συστημάτων και της παρουσίας των ιδρυμάτων στον κυβερνοχώρο.
Εν κατακλείδι, συστήνεται η τυποποίηση των συστημάτων αξιολόγησης και κινήτρων του προσωπικού καθώς και η αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών.
Τέλος, προτείνεται να προβλεφθεί μεγαλύτερη φροντίδα για τα ΑμεΑ και η έναρξη ενός συστήματος συντονισμού και ενημέρωσης, μέσα από τον επανασχεδιασμό της δομής των υπηρεσιών των ιδρυμάτων.
