Κραυγή αγωνίας των «Γιατρών Χωρίς Σύνορα» με αφορμή τη συμπλήρωσης ενός έτους από τη συμφωνίας Ευρωπαϊκής Ένωσης-Τουρκίας. Οι Γ.Χ.Σ. απευθύνουν έκκληση στους ηγέτες της ΕΕ να αλλάξουν δραστικά την πολιτική τους σχετικά με τους πρόσφυγες, να δώσουν τέλος στη δυστυχία χιλιάδων ανθρώπων που υφίστανται τις επιπτώσεις της συμφωνίας, να επιταχύνουν και να διευρύνουν την εφαρμογή της επανεγκατάστασης.
Η Οργάνωση, στην έκθεσή της με τίτλο: «Ένας χρόνος από τη συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας: αμφισβητώντας τα ”εναλλακτικά στοιχεία” της ΕΕ» επιχειρεί να καταρρίψει τρεις από τους κυριότερους ισχυρισμούς της Ευρώπης για τη συμφωνία: ότι έχει επιτύχει τη σημαντική μείωση του αριθμού των διελεύσεων και του αριθμού των θανάτων, ότι οι συνθήκες στα ελληνικά νησιά είναι αρκετά ικανοποιητικές, καθώς και ότι η συμφωνία σέβεται τις θεμελιώδεις αρχές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
«Έναν χρόνο μετά, άντρες, γυναίκες και παιδιά έχουν παγιδευτεί σε μη ασφαλείς ζώνες έξω από την Ευρώπη χωρίς δυνατότητα διαφυγής, αναγκάζονται να χρησιμοποιούν ακόμη πιο επικίνδυνες οδούς των διακινητών για να φτάσουν στην Ευρώπη, ενώ αρκετές χιλιάδες έχουν εγκλωβιστεί σε υπερπλήρη hotspot στα ελληνικά νησιά» υποστηρίζουν οι συντάκτες της έκθεσης.
«Η συμφωνία έχει άμεσο αντίκτυπο στην υγεία των ασθενών μας, και πολλοί γίνονται ακόμη πιο ευάλωτοι», λέει η Τζέιν Γκριμς (Jayne Grimes), ψυχολόγος των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στη Σάμο. «Οι άνθρωποι αυτοί έφυγαν από τη χώρα τους για να γλιτώσουν από την ακραία βία, τα βασανιστήρια και τον πόλεμο, κι έχουν κάνει ένα εξαιρετικά επικίνδυνο ταξίδι. Σήμερα, το άγχος και η κατάθλιψή τους επιδεινώνονται από την έλλειψη πληροφοριών για το νομικό καθεστώς τους και από τις κακές συνθήκες διαβίωσης. Χάνουν κάθε ελπίδα ότι θα έχουν ένα καλύτερο και πιο ασφαλές μέλλον. Συχνά μάλιστα, βλέπουμε ανθρώπους που σκέφτονται την αυτοκτονία ή τον αυτοακρωτηριασμό».
Οι ψυχολόγοι των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στη Λέσβο είδαν τους ασθενείς με συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης να αυξάνονται κατά 150% και τους ασθενείς με διαταραχή μετατραυματικού στρες να τριπλασιάζονται, ενώ αυξήθηκαν και τα ψυχωτικά συμπτώματα. Παράλληλα, οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα βλέπουν περισσότερους ασθενείς με σοβαρά ψυχολογικά τραύματα και περισσότερα περιστατικά αυτοτραυματισμού και απόπειρες αυτοκτονίας. Αντίστοιχα στη Σάμο, μέσα από τις σχεδόν 300 συνεδρίες ψυχικής υγείας που έχουν πραγματοποιήσει, οι ομάδες των Γ.Χ.Σ. βλέπουν μια παρόμοια επιδείνωση και μια κλιμάκωση στους αυτοτραυματισμούς και τις απόπειρες αυτοκτονίας τους τελευταίους μήνες.
Κατά μήκος της οδού των Βαλκανίων στη Σερβία και την Ουγγαρία, οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα έχουν δει αύξηση των ασθενών που αναφέρουν τραύματα εξαιτίας της βίας που υφίστανται ως αποτέλεσμα του εγκλωβισμού τους έπειτα από το κλείσιμο της οδού των Βαλκανίων.
«Οι Ευρωπαίοι ηγέτες εξακολουθούν να πιστεύουν ότι με το να χτίζουν φράχτες και να τιμωρούν όσους προσπαθούν να ξεπεράσουν τα εμπόδια αυτά, θα αποτρέψουν τους ανθρώπους να φεύγουν από τη χώρα τους για να σώσουν τη ζωή τους», λέει η Ορελί Ποντιέ (Aurélie Ponthieu), Σύμβουλος σε θέματα μετανάστευσης των Γιατρών Χωρίς Σύνορα. «Καθημερινά φροντίζουμε τα τραύματα, σωματικά και ψυχολογικά, που προκαλούν αυτές οι πολιτικές αποτροπής. Τα μέτρα αυτά έχουν αποδειχθεί όχι μόνο απάνθρωπα και απαράδεκτα, αλλά και εντελώς αναποτελεσματικά» καταλήγει η Ποντιέ.
Ενώ οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα δεν έχουν δεχτεί ποτέ χρήματα της ΕΕ για τα προγράμματά τους που αφορούν τη μετανάστευση και το προσφυγικό ζήτημα στην Ευρώπη, μετά την υπογραφή της συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας τον Μάρτιο του 2016 και σε ένδειξη της αντίθεσής τους με αυτή, ανακοίνωσαν ότι δεν θα δέχονται πλέον χρήματα από την ΕΕ, τα κράτη-μέλη της ΕΕ και τη Νορβηγία για καμία από τις χώρες στις οποίες δραστηριοποιούνται σε όλο τον κόσμο.
Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα επαναλαμβάνουν ότι η μόνη ανθρωπιστική λύση που θα δώσει τέλος στους θανάτους και τη δυστυχία στα σύνορα της Ευρώπης, τόσο στη στεριά όσο και στη θάλασσα, είναι ο πλήρης σεβασμός του δικαιώματος για αίτηση ασύλου και η δημιουργία ασφαλών και νόμιμων εναλλακτικών για τη μετακίνηση των ανθρώπων, όπως η μετεγκατάσταση, η επανεγκατάσταση, η οικογενειακή επανένωση καθώς και η χορήγηση βίζας για ανθρωπιστικούς λόγους, εργασία και σπουδές.
