Κάθε που τύχαινε καμιά ζεστή ημέρα μέσα στο καταχείμωνο, θυμούμαι τη γριά Αγγελίνα να σέρνει την καρέκλα της ώς την αντικρινή μεριά του πλακόστρωτου, εκεί που χτύπαγε γερά ο ήλιος, να δένει το τσεμπέρι της και να πυρώνει τα κόκαλά της με τις ώρες. Σαν είχανε χρόνο διαθέσιμο, ξεμυτίζανε κι άλλες γειτόνισσες, να καθίσουνε όλες μαζί παρέα στο λιοπύρι και να πιαστούνε στην κουβέντα, συνήθως με το κέντημα ή το πλεχτό της η καθεμιά.
Μα κι αμοναχή της να έμενε η γριά, δεν πολυσκοτιζότανε· όταν την κούραζε το βελονάκι, έγερνε το κορμί της επάνω στο μπράτσο της καρέκλας και καμνούσανε τα μάτια της ώσπου να την ξυπνήσει κανένας περαστικός.
Αγραφη γνώση αιώνων πρόσταζε τις γριές να βγούνε να ρουφήξουνε τον ήλιο, κάθε που αυτός ξεμύτιζε στη μέση του χειμώνα. Ούτε για παραγωγή βιταμίνης D είχαν ποτέ τους ακουστά, ούτε για έκκριση ενδορφινών που προσφέρουν ευεξία, ούτε για τη θεραπευτική επίδραση του ήλιου σε αρθριτικά και μυοσκελετικά ζητήματα, ούτε για τα λοιπά ψυχοσωματικά ευεργετήματα της ηλιακής θαλπωρής· το ξέρανε, απλώς, από τη μάνα τους και τη γιαγιά τους πως έπρεπε να βγούνε να λιαστούνε, δίχως να τις απασχολεί το γιατί.
Μήπως κι εμάς, σήμερα ακόμα, δεν μας τραβάει έξω μια αναπάντεχη, χειμερινή λιακάδα; Πασχίζουμε να ξεκλέψουμε λίγο χρόνο, να βρούμε μια αφορμή για ν’ αφεθούμε στην αγκαλιά της. Να μας λούσουν οι ηλιαχτίδες της σ’ έναν σύντομο περίπατο ή σ’ ένα διάλειμμα στο μπαλκόνι του γραφείου. Να βυθιστούμε ράθυμα στην καρέκλα ενός καφέ, μέσα στην ηλιόλουστη πλατεία ή να τη χαζεύουμε, έστω, απ’ το παράθυρό μας.
Κανένας αμείλικτος, ξενόφερτος δείκτης παραγωγικότητας κι ανταγωνιστικότητας δεν θα προσμετρήσει θετικά αυτή μας τη συνήθεια, την τόσο ενταγμένη στον ρυθμό και στο κλίμα ετούτου εδώ του τόπου. Κι ας λειτουργεί ως ρυθμιστής της εσωτερικής μας ισορροπίας, βοηθώντας μας να γίνουμε πιο αποδοτικοί, εντέλει, σε ό,τι κάνουμε. Τουναντίον, θα λοιδορηθούμε ως τεμπέληδες, αχαΐρευτοι και αντιπαραγωγικοί.
Κι έτσι, φορτωμένοι μ’ ενοχές και στα κλεφτά, πασχίζουμε πια ν’ απολαύσουμε τις χειμωνιάτικες λιακάδες μας, καθότι συγκρούεται το ξενόφερτο κοστούμι, που αμήχανα φορούμε, με το αληθινό μας είναι, που έχει καταβολές ριζωμένες βαθιά μες στον αιώνα. Κι αναθυμόμαστε με νοσταλγία τις γριές μας, που ζούσανε σε αρμονία με τον μέσα και τον έξω κόσμο τους δίχως να μαστιγώνουνε ενοχικά τον υπέροχο εαυτό τους.
