Πάθη, συμβολική βία και συγκρούσεις διαπερνούν την πολιτική μας σκηνή, αν-αντίστοιχες με τα διακυβεύματα.
Αυτά θα μπορούσαν να αποδοθούν στην απουσία παράδοσης συναίνεσης στη χώρα ή, αντίστροφα, στο ότι η εξουσία είναι γλυκιά. Δεν πρόκειται μόνο γι’ αυτό.
Ολες οι κοινωνίες, καπιταλιστικές και μη, ακόμη και οι πλέον φιλελεύθερες είναι εξουσιαστικές.
Ανισότητες οικονομικές, πολιτιστικές, πολιτικές, κοινωνικές, ακόμη και προσωπικές φτιάχνουν ένα ψηφιδωτό όπου οι σχέσεις εξουσίας είναι πανταχού παρούσες. Με δύο διαφορές.
Στις φιλελεύθερες δημοκρατίες η εξουσία δεν είναι πάντα έκδηλη, συχνά είναι «αόρατη», οι εξουσιαστικές σχέσεις δεν εκδηλώνονται με πολύ θόρυβο, αλλά κατ’ οικονομίαν.
Σε εμάς δεν συμβαίνει αυτό, γεγονός που από μόνο του μαρτυρά ότι δεν είμαστε μία «ώριμη» φιλελεύθερη δημοκρατία.
Κάθε τι γίνεται με θόρυβο, σαν να χρειάζεται να ακουστεί δυνατά για να το εμπεδώσουν όλοι, για να φανεί ποιος κάνει κουμάντο.
Ετσι και η πολεμική στην πολιτική σκηνή, η επιδεικτική, ιδιαίτερα στο πρόσφατο παρελθόν, ρουσφετολογική-πελατειακή πρακτική, αλλά και η αντίδραση των αδύναμων με φράσεις όπως «εμένα θα μου πεις, ξέρεις ποιος είμαι ’γώ;».
Αυτά έχουν να κάνουν με το ειδικό βάρος του πολιτικού ως αποτέλεσμα της αδυναμίας των κυρίαρχων ομάδων να ηγεμονεύσουν ιστορικά και να επιβάλλουν κανόνες και ένα σταθερό πλαίσιο λειτουργίας.
Το κράτος στη συνθήκη αυτή, ενάντια στον κυρίαρχο φιλελεύθερο λόγο, λειτούργησε ως εργαλείο για την κατίσχυσή τους.
Η εξουσία, όπως έλεγε ο αείμνηστος εκδότης του περιοδικού «Αντί» Χρήστος Παπουτσάκης, έγινε έτσι ακόμη πιο γλυκιά.
Ευεξήγητο από τη σκοπιά αυτή είναι το βάρος που δίνουν τα πολιτικά μας κόμματα, ακόμη και τα πιο συντηρητικά, στην πολιτική, όχι ως ενασχόληση με τα δημόσια πράγματα και ως συνθήκη για τη διαμόρφωση ενεργών πολιτών, αλλά ως μορφή οργάνωσης και διαχείρισης της εξουσίας.
Η τάση αυτή, για λόγους ιδεολογικούς, είναι εντονότερη στην Αριστερά, η οποία προσλαμβάνει παραδοσιακά την πολιτική ως κατεξοχήν μέσο αλλαγής της κοινωνίας.
Στη συνθήκη αυτή η γλύκα της εξουσίας μεγάλωσε, έγινε πάθος για δύο λόγους.
Επειτα από κάποιο διάστημα, ο ενθουσιασμός των νέων κυβερνώντων, ιδιαίτερα εκείνων με όνειρα για ρηξικέλευθες αλλαγές, καταλαγιάζει.
Ρουτινοποιείται, φιλτράρεται αλλιώς από την καθημερινότητα και τις μέριμνές της.
Αυτό συνέβη ακόμη και στις κυβερνήσεις της Ν.Δ. μετά το 2004 που επαγγέλλονταν την αλλαγή του κράτους και ακόμη περισσότερο του ΠΑΣΟΚ στη δεκαετία του 1980. Από αυτό κινδυνεύει άμεσα σήμερα και ο ΣΥΡΙΖΑ.
Πέρα από την απονεύρωση, αν όχι εξαΰλωση, κάθε ριζοσπαστικής πνοής, με τη ρουτινοποίηση κλείνει ένας κύκλος εισδοχής στην πολιτική σκηνή μιας ομάδας νέων συνήθως ανθρώπων, η οποία μένει για να διαχειριστεί τα πράγματα.
Από εκεί αντλείται κατά κανόνα το πολιτικό προσωπικό, από εκεί οι «ειδικοί» για τις διάφορες επιτροπές, από εκεί το προσωπικό για τους οργανισμούς και τις διεθνείς οργανώσεις.
Διόλου τυχαίο, με εξαιρέσεις ασφαλώς, ότι το πάθος για εξουσία είναι ακόμη μεγαλύτερο στα μέλη της ομάδας αυτής.
Δίχως αμφιβολία οι ηγέτες των πολιτικών κομμάτων γνωρίζουν τη διαδικασία της ρουτινοποίησης.
Γι’ αυτό και η επιμονή πολλών από αυτούς, με χαρακτηριστικότερη περίπτωση τον Ανδρέα Παπανδρέου, στα «χτυπήματα» και στις διακηρύξεις για «νέο ξεκίνημα», «νέα αρχή» ή ακόμη τα πολιτικά ανοίγματα με την αποδοχή νέων ανθρώπων-μελών στη σχετικά κλειστή ομάδα των ανθρώπων γύρω από την πολιτική εξουσία.
Λίγα όμως αλλάζουν με τις ενέργειες αυτές και ακόμη λιγότερα όταν οι φορείς της αλλαγής, όπως το ΠΑΣΟΚ στη δεκαετία του 1980 και ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα, βρίσκονται μπροστά σ’ ένα μπλοκ οικονομικών και κοινωνικών δυνάμεων που μετά από ένα πρώτο μούδιασμα αντιδρούν σε κάθε τι που μπορεί να αλλάξει τους συσχετισμούς δύναμης, άρα να κλονίσει τη δική τους.
Ετσι και το δικό τους πάθος για την εξουσία μεγαλώνει και ταυτίζεται ρητορικά άλλοτε με την αλλαγή κυβέρνησης και άλλοτε με την μοίρα της χώρας.
Το λάθος του ΣΥΡΙΖΑ, όπως και του ΠΑΣΟΚ πριν από τέσσερις δεκαετίες, είναι να κλειστεί στο πολιτικό, να θεωρήσει ότι όλα περνούν από εκεί, ότι ο κοινωνικός μετασχηματισμός είναι θέμα πολιτικών αποφάσεων.
Ετσι, και από την κοινωνία θα αποκοπεί ακόμη περισσότερο και θα τροφοδοτήσει το πάθος για την εξουσία, γκρεμίζοντας όνειρα και ελπίδες αλλά και οδηγώντας τους πολίτες να λησμονήσουν ποιοι οδήγησαν στην επιτροπεία και την πτώχευση της χώρας.
*καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πατρών
