Η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας εμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’90 ως η νέα και ενισχυμένη εκδοχή του οικονομικού φιλελευθερισμού, ο οποίος μετά την κατάρρευση της πρώην ΕΣΣΔ και ελλείψει «αντιπάλου δέους», επιβλήθηκε γρήγορα στις αγορές και κυριάρχησε στη διεθνή πολιτική σκηνή.
Οι υποστηρικτές του νεοφιλελεύθερου μοντέλου της παγκοσμιοποίησης υποστήριζαν τότε ότι το άνοιγμα των αγορών και η κατάργηση των συνόρων για τη διακίνηση κεφαλαίου, προϊόντων και αγαθών, με την επιθετική ανάπτυξη, τη μεγέθυνση των οικονομικών δεικτών και την ένταση του ανταγωνισμού, θα καταπολεμούσαν την ανεργία, θα απομάκρυναν τη φτώχεια και θα έφερναν ολοένα και περισσότερο κόσμο σε τροχιά ανάπτυξης και ευημερίας.
Σήμερα, εκ του αποτελέσματος διαπιστώνεται ότι οι οικονομικές ανισότητες διευρύνθηκαν τα χρόνια της παγκοσμιοποίησης, καθώς ο παγκόσμιος πλούτος συγκεντρώθηκε σε ελάχιστα χέρια, κάνοντας τους φτωχούς φτωχότερους και τους πλούσιους πλουσιότερους.
Ενδεικτική η πρόσφατη έκθεση της φιλανθρωπικής οργάνωσης Oxfam που παρουσιάστηκε στο ετήσιο παγκόσμιο οικονομικό φόρουμ του Νταβός, σύμφωνα με την οποία, ενώ το 2010 ο πλούτος του φτωχότερου μισού του πλανήτη αντιστοιχούσε στην περιουσία 43 «υπερπλούσιων», το 2016 ο ίδιος πλούτος έφτασε να αντιστοιχεί σε μόλις οκτώ δισεκατομμυριούχους, οι οποίοι κρατούν στα χέρια τους τις τύχες της παγκόσμιας οικονομίας.
Σε αντίστοιχα συμπεράσματα κατέληξε και η έκθεση της Credit Suisse που δημοσιεύθηκε στον Guardian στα τέλη του 2015, όπου προκύπτει ότι το 1% του παγκόσμιου πληθυσμού έχει συγκεντρώσει στα χρόνια της παγκοσμιοποίησης περίπου τον μισό πλούτο της Γης, τη στιγμή που για την επιβίωση του 90% του πληθυσμού έχει μείνει μόλις το 13% του παγκόσμιου πλούτου.
Το γεγονός της υπερσυγκέντρωσης του πλούτου συνέβαλε ώστε να μεταφερθεί η λήψη των οικονομικών αποφάσεων και εν τέλει και η πραγματική εξουσία, από τις δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις και μέσω αυτών από τους λαούς, σε μια οικονομική ολιγαρχία η οποία αναγορεύτηκε σε απόλυτο κυρίαρχο των αγορών και της παγκόσμιας οικονομίας.
Το έλλειμμα δημοκρατικής νομιμοποίησης της λειτουργίας του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος έγινε γρήγορα αισθητό, καθώς η προϋπόθεση που έθετε κάποτε το μοντέλο του οικονομικού φιλελευθερισμού περί ρύθμισης των αγορών υποχώρησε ατάκτως. Ο έλεγχος της οικονομίας ξέφυγε από τα κράτη και συνεπώς και από τους λαούς, οι οποίοι έγιναν έρμαιο αποφάσεων που λαμβάνονται πλέον ερήμην τους, από μια αόρατη και πλήρως ανεξέλεγκτη οικονομική ολιγαρχία.
Η πρώτη συγκροτημένη αντίδραση στις ανισότητες της παγκοσμιοποίησης ήρθε με την αύξηση της επιρροής των ακροδεξιών, ξενοφοβικών και εθνικιστικών πολιτικών δυνάμεων, οι οποίες διεκδικούν την ακύρωση της παγκοσμιοποίησης και την επιστροφή στο παρελθόν του εθνικού καπιταλισμού.
Οι δυνάμεις αυτές, στις οποίες εντάσσονται από τη Λεπέν και τα υπόλοιπα ακροδεξιά ευρωπαϊκά κόμματα μέχρι τον Τραμπ, κερδίζουν σε δημοφιλία, καθώς η επάνοδος σε γνωστά και δοκιμασμένα συστήματα του παρελθόντος εμπνέει ασφάλεια σε ευρείες, σκληρά πληττόμενες και συγχρόνως χαμηλού μορφωτικού επιπέδου κοινωνικές ομάδες.
Εκτός από την άκρως συντηρητική επιλογή της επιστροφής σε ένα κακό παρελθόν, όλες οι άλλες φωνές κριτικής περιορίζονται στην καταδίκη του φαινομένου του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού και στη διεκδίκηση της υπέρβασής του, χωρίς όμως να προσφέρουν συγκεκριμένες κατευθύνσεις για το νέο μοντέλο της οικονομικής ανάπτυξης.
Το ζήτημα της προοπτικής της παγκοσμιοποίησης αναπτύσσεται στο τελευταίο και εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο του Γάλλου φιλοσόφου Ετιέν Μπαλιμπάρ, με τίτλο «Ευρώπη, κρίση και τέλος», όπου διατυπώνεται η εξής άποψη:
«… Δεν είναι στην ευχέρεια των ευρωπαϊκών λαών να θέσουν εαυτούς εκτός παγκοσμιοποίησης. Η παγκοσμιοποίηση, ως καθολικό φαινόμενο, όχι μόνο οικονομικό, αλλά και πολιτικό και πολιτιστικό, είναι μια μη αναστρέψιμη διαδικασία. Κι αυτό γιατί δεν είναι μια θεσμική κατασκευή, αλλά ένα νέο στάδιο στην ιστορία της ανθρωπότητας. Αυτό σημαίνει ότι η αποσύνδεση ή η από-παγκοσμιοποίηση είναι κατά πάσα πιθανότητα λανθασμένη ως πρόταση».
Οσο μάταια δηλαδή αποδείχθηκαν στην ιστορία τα κινήματα υπέρ της κατάργησης των επιτευγμάτων της επιστήμης και της τεχνολογίας, άλλο τόσο μάταιες ακούγονται σήμερα οι φωνές που ζητούν την κατάργηση των τεχνολογιών της πληροφορικής, των τηλεπικοινωνιών και των μεταφορών, προκειμένου να εμποδιστεί η ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων, προϊόντων και πληροφοριών…
Το προοδευτικό κίνημα αμφισβήτησης και ανατροπής του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού λοιπόν πρέπει να στραφεί σε πιο ρεαλιστικές κατευθύνσεις. Το έλλειμμα δημοκρατικού ελέγχου του παγκοσμιοποιημένου οικονομικού συστήματος, η παντελής απουσία μηχανισμού ρύθμισης των διεθνών αγορών και η λήψη αποφάσεων ερήμην των λαών πρέπει να βρεθούν στο στόχαστρο της κριτικής για τις τεράστιες οικονομικές ανισότητες που παράγει η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας.
Ούτε η οπισθοβαρής επιστροφή στο παρελθόν του εθνικού καπιταλισμού ούτε όμως και το αόριστο αίτημα κατάργησης της παγκοσμιοποίησης απαντούν στα οικονομικά και κοινωνικά αδιέξοδα της εποχής. Η λύση σε προοδευτική κατεύθυνση για το ανεξέλεγκτο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα και την απόλυτη κυριαρχία των αγορών πρέπει να είναι πολιτική και να επικεντρώνεται στο αίτημα για περισσότερη δημοκρατία στο παγκόσμιο χωριό…
* καθηγητής, προέδρος της «Αττικό Μετρό Α.Ε.»
