Μέρες σαν κι αυτές, που ανοίγει ο καιρός, βγαίναμε στην μπούκα του λιμανιού του Πειραιά για βόλτα. Εκεί, στα πόδια του μεγάλου πέτρινου λιονταριού, βλέπαμε τα πλοία να έρχονται και να φεύγουν σφυρίζοντας.
Φτιάχναμε ιστορίες για λιμάνια της Απω Ανατολής, και χαιρετούσαμε, με τα χέρια σαν φτερά, άγνωστους επιβάτες. Και έκτοτε μέχρι σήμερα, κάθε φορά που η άνοιξη μπαίνει, το Πόρτο Λεόνε μάς περιμένει, με σχέδια για ταξίδια και μακρινά νησιά. Στο λιμάνι, που έχει πάντα ανοιχτή την αγκαλιά του σε γαλανόλευκα πλοία ταξιδιωτών και σε πλοία «αγωνιώδη και αβέβαια», προσφύγων και απάτριδων.
Κι ύστερα είναι και τ’ άλλα, συνήθως βαμμένα σ’ ένα βαθύ πορτοκαλί και ένα σκοτεινό γκρι. Τα φορτηγά πλοία. Μπαίνουν αργά, βαρυφορτωμένα, απέναντι, στο καινούργιο εμπορικό λιμάνι που ανέλαβε η μεγάλη κινέζικη εταιρεία. Χάθηκα μια φορά, έστριψα λάθος ένα πρωί πηγαίνοντας για Πέραμα, και βρέθηκα στο εμπορικό κομμάτι του λιμανιού.
Δεν είχε κίνηση και οι όγκοι των κοντέινερ, οι μεγάλοι δρόμοι, τα απρόσωπα κτίρια, η σήμανση, με έκαναν να αισθάνομαι ότι παραβίασα κατά λάθος τα σύνορα μιας άλλης πόλης, που δεν είχε σχέση με το υπόλοιπο λιμάνι και τη ζωή του Πειραιά.
Στο Πόρτο Λεόνε, υπάρχει από παλιά ένα καφενείο –αργότερα άνοιξαν κι άλλα– που μαζεύονταν άνθρωποι του λιμανιού, κάτοικοι από την Καλλίπολη και το Χατζηκυριάκειο, μαθητές από τα γύρω σχολεία. Μολονότι η ιστορικότητα της περιοχής ήταν μεγάλη, δεν έβλεπες τουρίστες και επισκέπτες από άλλες περιοχές.
Το λιμάνι ήταν «απαγορευμένη ζώνη». Τώρα όμως, μια και εκεί αράζουν πια τα μεγάλα κρουαζιερόπλοια, η περιοχή αναβαθμίστηκε. Κάποιοι από μας νοσταλγούμε το στέκι των εφηβικών μας χρόνων.
Ομως το «Λιοντάρι» έχει βρει τη θέση που του αξίζει στα αξιοσημείωτα μέρη της πόλης του Πειραιά. Κι ας απήγαγαν οι Ιταλοί το αυθεντικό για την είσοδο του Ναυστάθμου της Βενετίας. Η καρδιά του «Λέοντα της Χαιρώνειας» θα χτυπάει πάντα στον Πειραιά. Στο πιο φιλόξενο λιμάνι της Μεσογείου.
Ολοι ονειρευόμαστε ταξίδια που δεν καταφέραμε ακόμα να κάνουμε. Σκέφτομαι όμως, καθώς βλέπω από το Πόρτο Λεόνε ένα πλοίο να φεύγει, ότι μπορεί και ένας άνθρωπος να είναι το ταξίδι μας. Αλλωστε ποιος από μας δεν έχει ψιθυρίσει μια ανοιξιάτικη νύχτα: «Πάντα εσύ τ’ αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο/ Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά…»
