Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Περισσότερο από μισός αιώνας πέρασε από το μακρινό 1964-65 ώσπου η μεσογειακή μας ΕΛΣ να τολμήσει να ξαναπαρουσιάσει τον βαγκνερικό «Λόενγκριν».

Στο μεταξύ μια ολόκληρη κοσμογονία είχε συντελεστεί στο πεδίο της σκηνοθεσίας της όπερας καθώς οι παραδοσιακές, ψευδορεαλιστικές αποδόσεις έδιναν τη θέση τους σε πιο ψαγμένες αναγνώσεις, προχωρώντας βαθύτερα από το απλοϊκό, πρώτο επίπεδο ανάγνωσης.

Το νέο ανέβασμα πρωτοπαρουσιάστηκε στις Εθνικές Οπερες της Ουαλίας και της Βαρσοβίας (Πολωνία) αποσπώντας άριστες κριτικές για το εμπνευσμένα σύγχρονο στίγμα της σκηνοθεσίας του Αντονι ΜακΝτόναλντ.

Η παράσταση στο κρατικό Μέγαρο Μουσικής άφησε συνολικά πολύ καλές εντυπώσεις και αποτελεί ανεκτίμητη, μείζονα προσθήκη στο δραματολόγιο της ΕΛΣ.

Επιπλέον, όπως και σε προηγούμενα ανεβάσματα βαγκνερικών έργων («Ιπτάμενος Ολλανδός», «Τριστάνος», «Τάνχοϊζερ»), η αθρόα προσέλευση ενός κοινού διαφορετικής σύνθεσης από αυτό που συρρέει σε παραδοσιακές «Τραβιάτες» και «Μποέμ», κατέρριψε ξανά τον αυθαίρετο ισχυρισμό πως ο Βάγκνερ δεν έχει απήχηση στην Ελλάδα και δείχνει ότι το εγχώριο κοινό της όπερας προηγείται της ΕΛΣ σε αντίληψη και δεκτικότητα ρεπερτορίου· κάτι που οι αρμόδιοι οφείλουν να συνυπολογίσουν στον μελλοντικό σχεδιασμό.

Σκοτεινό σκηνικό ποίημα

Ο ώριμος Βρετανός σκηνοθέτης υπηρέτησε επί της ουσίας την αισθητική και το ιδεολογικό στίγμα του «Λόενγκριν».

Δημιούργησε ένα ευγενές θέαμα που μέσω της εικόνας ενεργοποίησε τα εξωμουσικά του συμφραζόμενα, εισάγοντας ιστορικοπολιτικές αναφορές αναγνωρίσιμες από κάθε Ευρωπαίο.

Μετέφερε τη δράση από τον ψευδομυθικό μεσαίωνα στην περίοδο μετά τις επαναστάσεις του 1848, αναπλαισιώνοντάς την με αναφορές του υγιούς (κεντρο)ευρωπαϊκού εθνικισμού του 19ου αιώνα.

Αν στη θέση του «Λόενγκριν» βλέπαμε ένα «Πρωτομάστορα», τα αντίστοιχα εικαστικά και ιδεολογικά συμφραζόμενα θα ήσαν αυτά του ελληνικού πολιτικού βίου των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα (Βαλκανικοί Πόλεμοι, Βενιζέλος κ.λπ.).

Ελέγχοντας πλήρως το σκηνικό θέαμα ως σκηνοθέτης, σκηνογράφος και ενδυματολόγος, ο ΜακΝτόναλντ πρόσφερε μιαν ιδανική, σύγχρονη εκδοχή «συνολικού έργου τέχνης», ενώ, ταυτόχρονα, ανέδειξε εύγλωττα όλες τις όψεις της όπερας: τον λαό σε κατάσταση κρίσης, την προσμονή του σωτήρα, τις δυσεπίλυτες αντιφάσεις και συγκρούσεις σε δημόσιο και ιδιωτικό επίπεδο.

Ιδανικά συντονισμένη με τη μουσική, μοναδικής νοηματικής ακρίβειας, καλαισθησίας και εκφραστικότητας, υπήρξε η στιλιζαρισμένη κινησιολογική χορογράφηση της δράσης από τον Φιλίπ Ζιροντό, τόσο σε επίπεδο ομάδων (χορωδία, δευτεραγωνιστικοί χαρακτήρες) όσο και, λεπτομερώς, σε επίπεδο πρωταγωνιστών.

Καλαίσθητα, ευφυώς και λειτουργικά χειρίστηκε ο Μακ Ντόναλντ τις επικίνδυνες σφήνες εξωπραγματικών στοιχείων της δράσης, όπως η θεόσταλτη έλευση του Λόενγκριν, ο κύκνος/αγόρι και η θεοκρισία της αναμέτρησης Λόενγκριν-Τέλραμουντ.

Ενας μουσικός άθλος

Οπως συνήθως συμβαίνει παντού στον κόσμο όταν παρουσιάζεται βαγκνερικό (και όχι μόνον) ρεπερτόριο, η διανομή στελεχώθηκε από διεθνείς και Ελληνες πρωταγωνιστές.

Η παράσταση ευτύχησε να διαθέτει ένα εξαιρετικό, άριστα ισορροπημένο κουαρτέτο πρωταγωνιστών.

Ο Βρετανός τενόρος Πίτερ Ουέντ υπήρξε ένας ιδανικός Λόενγκριν: με φωτεινή, ηχηρή, μαλακιά και γλυκιά φωνή, εύπλαστη φραστική, εκφραστικό τραγούδι, αιθέρια «ιδεαλιστικό» παρουσιαστικό.

Αριστη ως Ελζα ήταν η Σλοβάκα υψίφωνος Γιολάνα Φογκάσοβα: με δυνατή, φωτεινή, μεστή φωνή, τελειοθηρικά φροντισμένο τραγούδι, ταιριαστά αιθέρια σκηνική παρουσία.

Συναρπαστικό ήταν το κατοπτρικά αντίπαλο ζεύγος. Εναν ιδανικά απεχθή Τέλραμουντ ενσάρκωσε ο βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιάς, συνεισφέροντας σαρωτικό χείμαρρο στιβαρά φορτισμένου, ορθοτονικά αψεγάδιαστου βαγκνερικού τραγουδιού σε άριστα γερμανικά.

Την Ορντρουντ απέδωσε τέλεια ως ζοφερό κέντρο μίσους, δολιότητας και κακίας η Σουηδή μεσόφωνος Μαρτίνα Ντίκε: με οξεία, δυνατή, σκούρα φωνή και υποβλητικά τεταμένη σκηνική παρουσία.

Καλοί ήσαν οι Ελληνες δευτεραγωνιστές: ο Διονύσης Σούρμπης ως Κήρυκας, ο Τάσος Αποστόλου ως Βασιλιάς Χάινριχ.

Αντιμέτωπες με μια παρτιτούρα έκδηλα μελωδική σε πρώτο επίπεδο, ταυτόχρονα όμως πυκνής συμφωνικής γραφής και ακραία απαιτητική σε εκφραστικές εκλεπτύνσεις, ορχήστρα και χορωδία της ΕΛΣ υπερέβησαν εαυτόν αλλά άγγιξαν συχνά τα όριά τους· όμως, η εμπειρία κρίνεται από κάθε άποψη θετική και ανεκτίμητη για όλους.

Ακούραστος, ο Μύρων Μιχαηλίδης οδήγησε το ακρόαμα δυναμικά και με άκρα εγρήγορση, αντλώντας το βέλτιστο δυνατό από τις δυνάμεις που είχε στη διάθεσή του, στηρίζοντας τους μονωδούς.

Συγκεφαλαιωτικά; Ενας ακόμη, ιστορικός άθλος της ΕΛΣ, μείζον, αποφασιστικό βήμα προς μιαν από καιρό χρωστούμενη ενηλικίωση· δική της αλλά και του εγχώριου οπερόφιλου κοινού.