Ο Ντόναλντ Τραμπ χρησιμοποιεί με εμμονικό τρόπο τον όρο «ψευδείς ειδήσεις» («fake news») στις δημόσιες τοποθετήσεις του.
Επιχειρεί μ’ αυτόν τον τρόπο να διαψεύσει ειδήσεις και πληροφορίες για τις οικονομικές δοσοληψίες του ή τα συμφέροντα που εξυπηρετεί, κατατάσσοντας κάθε αρνητική αναφορά στο πεδίο του ψεύδους. Προσπαθεί έτσι να ξεμπερδέψει εύκολα με τις σκληρές κατηγορίες εναντίον του.
Το ακροδεξιό επιτελείο του αντιπαραθέτει στις «ψευδείς ειδήσεις» την υποτιθέμενη «εναλλακτική αλήθεια».
Εισάγεται έτσι βίαια στη δημόσια συζήτηση ο όρος της «μετα-αλήθειας», ενός πλέγματος πληροφοριών, φημών και εκτιμήσεων, που αμφισβητεί ακόμα και τους πιο βασικούς λογικούς και επιστημονικούς άξονες της δημόσιας συζήτησης.
Η ιδέα για μαζική απόρριψη της ειδησεογραφίας που παράγεται και διακινείται από μεγάλα μέσα ενημέρωσης στις ΗΠΑ και την Ευρώπη μοιάζει απλοϊκή, ωστόσο η αντιμετώπισή της είναι εξαιρετικά περίπλοκη.
Απόδειξη, το γεγονός ότι ο Τραμπ κατάφερε να ανατρέψει τον επικοινωνιακό συσχετισμό που ήταν σε βάρος του και να κερδίσει τις εκλογές, ενώ το δίκτυο ακροδεξιών «εναλλακτικών ειδήσεων» αυξάνει την απήχησή του.
Η ενίσχυση των σεναρίων «μετα-αλήθειας» δεν έχει τις ρίζες της σε κάποιο «πανούργο σχέδιο» του Τραμπ, αλλά βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στον τρόπο με τον οποίο κινούνται σήμερα τα ισχυρά μέσα ενημέρωσης.
Η οικονομική και κοινωνική κρίση έχει στρέψει τη συντριπτική πλειονότητα των πολιτών στα ηλεκτρονικά και διαδικτυακά μέσα ενημέρωσης.
Τα μέσα αυτά όμως συχνά κατακλύζουν τη δημόσια σφαίρα με ψευδείς ή παραπλανητικές ειδήσεις, με πληροφορίες που σπάνια είναι «διασταυρωμένες».
Ενα χαρακτηριστικό επεισόδιο εκτυλίχθηκε χθες, όταν μια φήμη για επικείμενη προκήρυξη εκλογών από τον πρωθυπουργό ξεπήδησε από το Λονδίνο και αστραπιαία έφτασε να αναπαράγεται από έγκυρο διεθνές πρακτορείο ειδήσεων και αρκετές ελληνικές ιστοσελίδες.
Σε ποιον ανήκει η ευθύνη για την ακροδεξιά ρητορική περί «ψευδών ειδήσεων»;
Ολοι οι εμπλεκόμενοι, δημοσιογράφοι και πολιτικοί, φέρουν μερίδιο. Πριν να είναι αργά, οι δημοσιογράφοι οφείλουν να κινητοποιηθούν και να προστατεύσουν τον εαυτό τους και το αναγνωστικό κοινό.
Οι πολιτικοί που θεωρητικά αποστρέφονται τον λαϊκισμό οφείλουν να αναπροσδιορίσουν τις σχέσεις τους με τα μέσα ενημέρωσης, να πάψουν να τα χρησιμοποιούν για ίδιους σκοπούς και να εγκαταλείψουν έμπρακτα την πρακτική των «ψευδών ειδήσεων».
