Νίκος Ανδρουλάκης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πριν από λίγες ημέρες είχαμε ακόμα ένα γαϊτανάκι δηλώσεων και αντιδηλώσεων από Ελληνες και Τούρκους αξιωματούχους με αφορμή τουρκικές προκλήσεις και παραβιάσεις στο Αιγαίο. Πώς όμως εξυπηρετούνται καλύτερα τα εθνικά συμφέροντα σε παρόμοιες καταστάσεις;

Σε θέματα εξωτερικής πολιτικής είναι πάντοτε φρόνιμο να βλέπουμε τη μεγάλη εικόνα. Το σημαντικό ζήτημα για τον κ. Ερντογάν αυτή τη στιγμή είναι το δημοψήφισμα που θα διεξαχθεί σε λίγες εβδομάδες.

Το διακύβευμα δεν είναι τίποτα λιγότερο από τη μορφή που θα έχει το τουρκικό κράτος μελλοντικά και ο βαθμός ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας επ’ αυτού. Είναι δεδομένο ότι ο κ. Ερντογάν επιθυμεί να συγκροτήσει ένα καθετοποιημένο πολίτευμα με τον εαυτό του στην κορυφή της πυραμίδας ως υπέρτατο κριτή και μοναδικό πόλο εξουσίας, αποδυναμώνοντας παράλληλα την πολιτική επιρροή του φιλοκουρδικού κόμματος HDP.

Ωστόσο, το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος δεν είναι καθόλου προδιαγεγραμμένο. Ο κ. Ερντογάν αντιμετωπίζει πολλαπλές κρίσεις, οι οποίες μπορεί να επιδράσουν αρνητικά στην επιλογή των ψηφοφόρων.

Μέσα σε ένα χρόνο η τουρκική λίρα έχει χάσει το 40% της αξίας της, η τρομοκρατία έχει πλήξει τα τουριστικά έσοδα, με τις αφίξεις να είναι μειωμένες κατά 11 εκατομμύρια φέτος, ενώ στη νοτιοανατολική Τουρκία διεξάγεται ένας ακήρυχτος πόλεμος με το PKK. Και στη Συρία, όμως, η τουρκική παρέμβαση δεν έχει φέρει τα αποτελέσματα που θα επιθυμούσε ο κ. Ερντογάν και οι μελλοντικές εξελίξεις είναι μάλλον αβέβαιες.

Αυτή είναι και η αιτία των πρόσφατων τουρκικών προκλήσεων. Οι στόχοι του κ. Ερντογάν εξυπηρετούνται από μια στρατηγική που θα δημιουργεί τεχνητές εντάσεις με γείτονες (όπως η Ελλάδα) για να συσπειρώσει τους ψηφοφόρους του και να διατηρήσει την υποστήριξη των εθνικιστών του κ. Μπαχτσελί.

Η Ελλάδα φυσικά και δεν πρέπει να αφήσει καμία τουρκική πρόκληση αναπάντητη. Το ερώτημα δεν είναι εάν πρέπει να αντιδράσουμε αλλά πώς να το κάνουμε με τρόπο επωφελή για τα εθνικά συμφέροντα. Είναι δεδομένο ότι αυτό δεν μπορεί να γίνεται μέσω ψευτοπαλικαρισμών σε τηλεοπτικά παράθυρα αλλά, θεσμικά, με βάση τους κανόνες που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ κυρίαρχων κρατών και τις δυνατότητες που μας δίνει η συμμετοχή μας στην Ευρωπαϊκή Ενωση.

Στην Ελλάδα, η εξωτερική πολιτική ασκείται από το υπουργείο Εξωτερικών και την κυβέρνηση συλλογικά. Περιθώρια παρέμβασης υπάρχουν επίσης στα ευρωπαϊκά όργανα και στους διεθνείς οργανισμούς. Το υπουργείο Εξωτερικών πράγματι εξέδωσε ανακοίνωση την προηγούμενη εβδομάδα στηλιτεύοντας τις τουρκικές ενέργειες, όπως και όφειλε.

Παράλληλα, στο πλαίσιο άσκησης των καθηκόντων μου, απέστειλα επιστολή προς τον επίτροπο κ. Γιοχάνες Χαν, υπεύθυνο για την Ευρωπαϊκή Πολιτική Γειτονίας και τις Διαπραγματεύσεις Διεύρυνσης, θέτοντας το ζήτημα της τουρκικής προκλητικότητας, ιδιαίτερα μετά την απόφαση του Αρείου Πάγου να μην εκδώσει τους 8 Τούρκους αξιωματικούς. Αλλωστε το ζήτημα αυτό δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Αρκετές δεκάδες Τούρκοι αξιωματικοί που υπηρετούσαν είτε στο ΝΑΤΟ, είτε σε πρεσβείες έχουν ζητήσει άσυλο στις χώρες που βρίσκονταν.

Αξίζει να σημειωθεί πως μετά την απόπειρα πραξικοπήματος, η επιδείνωση της κατάστασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία, που έχει καταγραφεί από Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, Διεθνείς Οργανισμούς και την Ευρωπαϊκή Ενωση, οδήγησε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να ζητήσει πριν από λίγους μήνες το πάγωμα των ενταξιακών διαπραγματεύσεων.

Στην απάντησή του ο κ. Χαν επισημαίνει «τη μεγάλη κλίμακα και τον συλλογικό χαρακτήρα των μέτρων» μετά το πραξικόπημα καταδικάζοντας αυτές τις πρακτικές. Οσον αφορά τις προκλήσεις, καλεί την τουρκική κυβέρνηση να σεβαστεί όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το καθεστώς της υποψήφιας προς ένταξη χώρας, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων καλής γειτονίας.

Οι μεμονωμένες παρεμβάσεις του κ. Καμμένου είναι εξωθεσμικές, ανεύθυνες και σίγουρα δεν εντάσσονται στο πλαίσιο μιας σοβαρής εξωτερικής πολιτικής. Είναι δύσκολο να καταλάβει κάποιος τι πραγματικά επιδιώκει. Ή ακούσια εξυπηρετεί τους σχεδιασμούς του κ. Ερντογάν ή εκούσια προσπαθεί να εξυπηρετήσει το κομματικό του αυτοσυντήρητο, χρησιμοποιώντας και εκείνος την τακτική του αποπροσανατολισμού.

Υπάρχει ακόμα ένα σοβαρό ζήτημα και αυτό αφορά την προκλητική απουσία του πρωθυπουργού. Ανεξάρτητα από τι συμφωνίες έχει κάνει ο κ. Τσίπρας με τον κ. Καμμένο και τι ισορροπίες προσπαθεί να κρατήσει, οφείλει να παρεμβαίνει όταν η κατάσταση υπάρχει κίνδυνος να εκτροχιαστεί. Η Ελλάδα δεν πρέπει να παίζει το παιχνίδι που σχεδιάζει η Τουρκία, κάτι τέτοιο είναι όχι μόνο ανόητο αλλά και επικίνδυνο.

* Ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ