Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Βάζοντας μπροστά τους ασθενείς αλλά και τις θέσεις εργασίας του φαρμακευτικού κλάδου, ο Σύνδεσμος Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδας έστειλε μήνυμα, χθες, προς την ηγεσία του υπουργείου Υγείας να μην προχωρήσει στα νέα μέτρα που έχει προγραμματίσει και αφορούν τη φαρμακευτική πολιτική.

Στη συνέντευξη Τύπου που αρχικά είχε προγραμματιστεί με άλλο θέμα, το οποίο άρμοζε περισσότερο στο εορταστικό και φιλάνθρωπο κλίμα των ημερών, αλλά στην πορεία και λόγω των επικείμενων μέτρων άλλαξε, το προεδρείο του συνδέσμου περιέγραψε με μελανά χρώματα την πορεία του κλάδου, εκφράζοντας την άποψη πως ο χώρος δεν αντέχει άλλη πίεση, μιας και το υπουργείο Υγείας με την πολιτική του βάζει ουσιαστικά «κόφτη» στην ελπίδα των Ελλήνων ασθενών.

Επιβάρυνση έως 60%

Ειδικότερα, τα στελέχη του ΣΦΕΕ αναφέρθηκαν σε πληροφόρηση που έχουν, σύμφωνα με την οποία το υπουργείο σχεδιάζει αφενός να καθυστερήσει την είσοδο καινοτόμων φαρμάκων στην ελληνική αγορά (κυρίως ογκολογικών), αφετέρου να επιβαρύνει με ποσοστό 25% όσα νέα φάρμακα εισέλθουν, μέσω του rebate, της έκπτωσης δηλαδή επί της τιμής.

Σύμφωνα με τον ΣΦΕΕ, η επιβάρυνση των εταιρειών θα φτάσει σε ποσοστό 60%, αν στο 25% προστεθούν το clawback (επιστροφή υπερβάσεων) σε ποσοστό 17% και το rebate στον όγκο των φαρμάκων, σε ποσοστό 20%. Συν τοις άλλοις, μια τέτοια πολιτική απομακρύνει τους ασθενείς από νέες θεραπείες σε χρονικό ορίζοντα 2-4 ετών.

Στη συνέχεια έγινε αναφορά στη μνημονιακή υποχρέωση να μειωθεί το clawback κατά 30% το 2017 και κατά 30% το 2018, όπου ο ΣΦΕΕ θεωρεί πως στην πραγματικότητα το υπουργείο θα μεταφέρει το κόστος του μειωμένου clawback σ’ ένα αυξημένο rebate.

Αυτό, όπως λένε, δημιουργεί συνθήκες εξόντωσης των φαρμακευτικών επιχειρήσεων, με αποτέλεσμα να απειλούνται χιλιάδες θέσεις εργασίας στον κλάδο.

Το προεδρείο του ΣΦΕΕ επανέλαβε γι’ άλλη μια φορά την άποψη ότι δεν υπάρχει σαφές σχέδιο για το ποιου είδους δημόσια υγεία θέλουμε, ότι δεν έχουν γίνει οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, ενώ επέρριψε ευθύνες στο σύστημα ηλεκτρονικής συνταγογράφησης, υποστηρίζοντας ότι είναι απ’ τα καλύτερα στον κόσμο, αλλά δεν ελέγχεται, με αποτέλεσμα την υπερβολική συνταγογράφηση.

Οπως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά, το 2009 οι συνταγές συνολικά ήταν περίπου 54 εκατ., ενώ το 2016 οι συνταγές υπολογίζεται ότι θα φτάσουν τα 70-72 εκατ.

Στη σκιά της Novartis

Οπως ήταν αναμενόμενο, στη συνέντευξη έγινε ερώτηση για τα δημοσιεύματα του ιστότοπου iefimerida.gr, σύμφωνα με τα οποία δύο πρώην στελέχη της φαρμακευτικής εταιρείας Novartis στην Ελλάδα κατέθεσαν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς των ΗΠΑ στοιχεία για αθέμιτες πρακτικές που ακολούθησε η εταιρεία στη χώρα μας, δωροδοκώντας χιλιάδες γιατρούς και κρατικούς αξιωματούχους για να συνταγογραφούν φάρμακά της.

Ο πρόεδρος του ΣΦΕΕ Πασχάλης Αποστολίδης απάντησε μιλώντας για το «τεκμήριο της αθωότητας» και εν συνεχεία παρέπεμψε στην ίδια την εταιρεία για απαντήσεις.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο υπουργός Δικαιοσύνης Σταύρος Κοντονής ζήτησε από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου τη διερεύνηση της βασιμότητας των καταγγελιών και την απόδοση ευθυνών.

Συνέδριο της ΕΣΔΥ

Την ίδια ώρα, σε κεντρικό ξενοδοχείο της Αθήνας βρισκόταν σε εξέλιξη το 12ο συνέδριο της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας, όπου έγιναν τοποθετήσεις για το θέμα της φαρμακευτικής δαπάνης.

Ο διευθυντής του τομέα Οργάνωσης και Διοίκησης Υπηρεσιών υγείας της ΕΣΔΥ Νίκος Μανιαδάκης τόνισε πως η δαπάνη θα πρέπει να αποσυνδεθεί από το ΑΕΠ και να συνδεθεί με δημογραφικούς και ηλικιακούς παράγοντες.

Τόνισε επίσης πως τα τελευταία χρόνια οι δόσεις των θεραπειών είναι χαμηλότερες, αλλά καταναλώνουμε φάρμακα υψηλού κόστους. Συμπλήρωσε, δε, ότι χρειαζόμαστε προαγωγή της ορθής χρήσης των παλαιών φαρμάκων, ενώ το γεγονός ότι δεν έχουμε ακόμα τον Οργανισμό Ιατρικής Αξιολόγησης Υγείας σημαίνει ότι καθυστερούν τα καινοτόμα φάρμακα.

Από την πλευρά του ο εκπρόσωπος του υπουργείου Υγείας Θεόδωρος Κοματάς υποστήριξε ότι το «v» και το «p» (δηλαδή volume – όγκος και price – τιμή) καθορίζουν τη δαπάνη.

Πρόσθεσε επίσης ότι οι φορείς υγείας πρέπει να ξαναδούν το θέμα των θεραπευτικών πρωτοκόλλων, όπου έχουμε καθυστερήσει σημαντικά, μιας και αυτά αφορούν τα ακριβά φάρμακα, την ώρα που οι ευρωπαϊκές χώρες τα έχουν τοποθετήσει στο σύστημά τους εδώ και χρόνια.