Χρήστος Αγγελάκος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μια πόλη απρόσωπη, φτιαγμένη από προσωπικές ιστορίες. Ιδιωτικές στιγμές, βιώματα και μνήμες. Πολύχρωμο ψηφιδωτό όπου η ζωή μας φωτίζεται από τον λόγο των άλλων: των ανθρώπων της τέχνης και της γραφής. Συναντήσεις περισσότερο παρά συνεντεύξεις, σε μια συνειδητή προσπάθεια να πάμε πάλι με τον μύθο.

Η αρχική ιδέα ήταν να φωτογραφηθεί η Σοφία στο Αλσος Παγκρατίου. Στο υπαίθριο θέατρο όπου πρωτοέπαιξε στην Αθήνα.

Ελεύθερο Θέατρο, «Το τραμ το τελευταίο» – «ήταν η πρώτη φορά που πήγα μόνος μου στο θέατρο» είχα πει παλιά στον Φασουλή κι εκείνος μου είχε απαντήσει «κι εγώ το ίδιο».

Δεν ξέρω τι περίμενε να βρει η Σοφία και τι εγώ, ίσως έναν κοινό τόπο για να ακουμπήσει το παρελθόν μας. Δεν υπάρχει.

Ούτε το παρελθόν ως καθαρή έννοια ούτε το θέατρο του άλσους.

Η πόλη σβήνει τα ίχνη της και μαζί και τα δικά μας. Ο Βασίλης έκανε τη φωτογράφιση εντούτοις στο άλσος κι αυτό ίσως δηλώνει την εμμονή μας να επιβιώνουμε χάρη στις κατεδαφισμένες ιστορίες μας.

Να κλεινόμαστε πού και πού στον φωτεινό θάλαμο της μνήμης, στην κάψουλα του χρόνου που μας μεταφέρει σ’ αυτά που πρόκειται να συμβούν.

Είμαι επειδή υπήρξα: ισχύει για όλους μας, κυρίως για τη Σοφία.

● Σοφία, πόσο είσαι όταν έρχεσαι από την Αλεξάνδρεια;

Τεσσάρων και κάτι. Με είχανε φέρει, λέει, άλλη μια φορά, ακόμη πιο μικρή.

● Ποιες είναι οι πρώτες σου αναμνήσεις;

Πολλές, αλλά δεν ξέρω αν είναι δικές μου ή αν σχηματίστηκαν απ’ όσα μου έλεγαν και άκουγα.

Ξαναπήγα μεγάλη, είδα το σπίτι όπου γεννήθηκα, του παππού μου το σπίτι, τον τάφο του.

Πήγα για να βγάλω φωτογραφίες, αλλά επειδή είμαι ανίκανη σ’ αυτά, βγήκαν όλες μαύρες. Μνήμες έχω, δεν ξέρω πόσο μπερδεμένες είναι, αλλά έχω σίγουρα μυρωδιές.

Που έρχονταν τα καλοκαίρια η γιαγιά κι ο παππούς μου και φέρνανε εκείνες τις μαστιχωτές καραμέλες, τις μαύρες του ούζου, κι ακόμη πώς μύριζαν τα δερμάτινα.

Υφάσματα μας έφερναν κι από όλα αυτά έχουν μείνει οι μυρωδιές τους. Θυμάμαι μια χοντρή αραπίνα που με κάθιζε στα καπούλια της και με τριγύρναγε στο σπίτι.

Μ’ έλεγε «γιασούφα» ή «γιασασούφα», το σούφα από το Σοφία.

Την ξαναβρήκα στη Θεσσαλονίκη την Αλεξάνδρεια, όταν πρωτοπήγα το ’70, η παραλιακή της μου θύμισε την Κορνίς.

Σε ποια ηλικία είπες στον εαυτό σου ότι θα ζήσεις με το θέατρο;

Υπάρχει μια προϊστορία που έχει να κάνει με την ίδια μου τη φύση: μωρό ακόμα, στο καρότσι ήμουν και μίλαγα αδιάκοπα, οχτώ μηνών, μονολογούσα φαίνεται από τότε.

Κι έλεγα κι από πολύ μικρή ποιήματα. Το πρώτο μου ήταν «γαλάζιος φιόγκος, άσπρη ποδίτσα, είμαι η Σοφίτσα, είμαι η Σοφίτσα».

Αλλά η πρώτη φορά που με θυμάμαι στο θέατρο ήταν στη Λαμπέτη και στον Χορν, με είχε πάει ο θείος μου…

● Σε ποια παράσταση;

Στο «Νυφικό κρεβάτι». Δεν θυμάμαι πόσο ήμουν, αλλά γύρισα και είπα «αυτό είναι, τελείωσε!»

● Πόσα χρόνια είσαι στο θέατρο;

Τέλειωσα τη Σχολή του Εθνικού το καλοκαίρι του ’75.

● 41 χρόνια. Κάθε φορά που διαπιστώνεις ότι ζορίζεσαι οικονομικά με το θέατρο, τότε ακριβώς βουτάς όλο και πιο βαθιά μέσα του.

Είμαι και στη ζωή μου έτσι. Οταν είμαι στον πάτο, ο άλλος μου εαυτός, ο δυνατός, λέει στον αδύνατο «σήκω αμέσως πάνω». Τον αρπάζω από τα μαλλιά ή με αρπάζει αυτός…

● Και σε ξαναρίχνει στο θέατρο.

Με πιάνει το πείσμα της ζωής και της τέχνης.

● Εζησες πολύ έντονα τις δεκαετίες του ’60 και ’70, με ένα μποέμικο στιλ, μέσα για μέσα στη ζωή.

Πολύ, όλα αυτά τα χρόνια, μέσα στα ξενύχτια, στους έρωτες, στα πάντα με ένταση.

Δεν ξέρω πού θα ήμουνα αν δεν υπήρχε το θέατρο. Αργησα να βγω στη σκηνή γιατί δεν με άφηνε ο πατέρας μου και για ένα διάστημα έπαιζα ρόλους στη ζωή.

Το συνειδητοποίησα μετά. Και μάλιστα πολύ δραματικούς, φτιαχνόμουνα που λένε.

Δεν το έκανα επίτηδες, αλλά από μικρή, στη Φρεαττύδα, μετά στην Αλεξάνδρεια, πήγαινα στα βραχάκια κι έφτιαχνα ιστορίες κι έκλαιγα μόνη μου κι έλεγα στην αδελφή μου, «η μαμά κι ο μπαμπάς χωρίζουν».

Στα βράχια έβλεπα επίσης και ζευγαράκια, ώσπου μια μέρα έπεσα κι έσπασα το χέρι μου κι ο πατέρας μου με «χειροτόνησε».

Κι ύστερα μπήκα για τα καλά στο θέατρο κι έγινα σιγά σιγά το πρόσωπο που έχω, που είμαι τώρα.

● Τι επιθυμείς από κείνα τα χρόνια;

Την ανεμελιά μου, τη φάτσα μου την παλιά. Βλέπω κάτι φωτογραφίες και λέω «αχ, καλή ήσουν», αλλά σήμερα θεωρώ πως είμαι περισσότερο ο εαυτός μου από κάθε άλλη φορά.

● Σου λείπει ο Μηνάς Χατζησάββας; Είχες γράψει κάτι πολύ συγκινητικό όταν πέθανε.

Ο Μηνάς ήταν μεγάλη απώλεια για μένα. Τον γνώρισα το καλοκαίρι πριν μπω στη Σχολή.

Εκείνος έκανε σκοπιά στο υπουργείο Εθνικής Αμύνης και με είχε πάει ο Γιώργος Τσιμπλάκος από το Ελεύθερο Θέατρο.

Αυτή ήτανε η πρώτη μας γνωριμία, στη σκοπιά. Κατόπιν γίναμε πάρα πολύ φίλοι, παίξαμε μαζί, κυρίως στην τηλεόραση, στις σειρές του Μάρκαρη, όπου κάναμε τους συζύγους.

Κι όποτε με έπαιρνε στο τηλέφωνο έλεγε «έλα, γεια σου, ο σύζυγός σου». Μου ’λεγε πως θα γεράσουμε μαζί.

● Με ποια παράσταση πρωτοβγαίνεις στη σκηνή;

Το καλοκαίρι του ’75, σε περιοδεία, με την «Ιστορία του Αλή Ρέτζο» του Μάρκαρη.

● Αρα με το Ελεύθερο Θέατρο.

Τους είχα γνωρίσει από τη Σχολή, πήγαινα κι έβλεπα τις παραστάσεις τους, το «Κι εσύ χτενίζεσαι», το «Μια ζωή Γκόλφω».

Είχα τότε μια πολύ δυνατή σχέση με τον Σκυλοδήμο, ερωτική τέλος πάντων, και μέσω του Νίκου τους είχα γνωρίσει όλους, τον Σταμάτη, την Αννα, τον Αρζόγλου, την Υβόννη Μαλτέζου.

Αλλά δεν ήμουν μέλος του Ελεύθερου Θεάτρου, έπαιξα απλώς σε παραστάσεις τους.

● Εγώ σε πρωτοείδα στο «Τραμ το τελευταίο», στην παράσταση που έριξε κυριολεκτικά την Αθήνα κάτω.

Παίζανε ξύλο για να μπούνε.

● Και υπάρχει και μια ιστορία όπου βγαίνεις και λες την πρώτη ατάκα του νούμερού σου σε άπταιστα κυπριακά, χωρίς να τα έχεις ακούσει καν μέχρι τότε.

Αντικατέστησα εν μιά νυκτί τη Σμαράγδα Σμυρναίου, η οποία είχε αρρωστήσει. Ηταν η πρώτη μου φορά, με ντύσανε και με βγάλανε στη σκηνή.

Επειδή λοιπόν είχα τρακ, ως φαίνεται, και δεν το έβγαλα την πρώτη μέρα γιατί είχα μπει στα βαθιά, βγαίνω ύστερα από μερικές παραστάσεις στο νούμερο όπου έκανα την αρραβωνιαστικιά του Σταύρου Μερμήγκη, κι έπρεπε να πω «επίτηδες το φόρεσα σήμερα αυτό το φουστάνι για να δω αν το θυμάσαι».

Και λέω εις άπταιστον κυπριακήν «επίτηνδες τον φόρεσαν σήμεραν αυτόν τον φουστάνιν για να δων αν τον θυμάσαιν».

Ο δε Σταμάτης, που καθόταν από την απέναντι μεριά για να τραγουδήσει το «χέρι χέρι σε πηγαίνω και με πας», βάζει τα γέλια και φεύγει στις κουίντες.

● Απ’ όλα αυτά τα παιδιά μόνο ο Σκυλοδήμος κατάφερε να διατηρήσει τον μύθο του, όχι μόνο με την πράξη της αυτοκτονίας του, που δεν τον άφησε να φθαρεί, αλλά και για τον μονόδρομο των επιλογών του: Βόλος, Βραχωρίτης, «Η Γυναίκα της Ζάκυθος», κ.λπ. Πώς τον έχεις σήμερα στο μυαλό σου;

Θυμάμαι τα μάτια του που δεν ακουμπούσαν πουθενά, ήτανε μάτια…

● Αγριμιού;

Γεμάτα συναισθήματα, κι ένα βλέμμα συγκεκριμένο με όλο το πάθος του μέσα, για όλα τα πράγματα. Καιγότανε. Ενα μόνιμο φλερτ με τον θάνατο.

Ημουνα στην Ακράτα όταν διάβασα τον τίτλο στην εφημερίδα «Το τέλος του παιχνιδιού, Νίκος Σκυλοδήμος».

Για μια στιγμή νόμισα ότι θα παίξει το έργο του Μπέκετ και στη συνέχεια διαβάζω ότι είχε αυτοκτονήσει.

Οταν γύρισα στην Αθήνα, άκουσα όλα τα μηνύματα που είχε αφήσει εν τω μεταξύ στον τηλεφωνητή μου: «θέλω να σε δω, θέλω να σε δω».

Δεν τα είχα πάρει, δεν υπήρχε τρόπος. Την απόφασή του την είχε πάρει ήδη.

● Εδώ και χρόνια ασχολείσαι με τα ελληνικά λογοτεχνικά κείμενα όλο και πιο βαθιά. Μέλπω Αξιώτη, Καχτίτσης στην «Ομορφάσχημη», Ρίτσος τώρα με τη «Σονάτα του σεληνόφωτος». Τι σου προσφέρουν οι μονόλογοι;

Τις «Δύσκολες νύχτες», που είναι ο πρώτος μου μονόλογος, δεν τις επέλεξα εγώ, με το ζόρι σχεδόν με έβαλε ο Γιάννης Ρήγας να το κάνω.

● Ηταν η μύηση;

Ενας μεγάλος δεσμός, θεατρικός, όσον αφορά την εκφορά του λόγου, ένας σταθμός ζωής.

Μου άλλαξε τη διαδρομή μου, τον τρόπο που κοίταζα τα πράγματα, τα κείμενα, τις ίδιες τις σχέσεις μου με το θέατρο και με τη ζωή.

Με τις «Δύσκολες νύχτες» ανακάλυψα τις λέξεις, τη μουσικότητά τους, το ότι δεν παίζω αλλά μου συμβαίνει αυτό που φέρω επί σκηνής, και μαζί τα στοιχεία μιας ιδιαίτερης επικοινωνίας με τον κόσμο που δεν τα είχα συνειδητοποιήσει πρωτύτερα.

Μ’ αυτό το έργο αποχαιρέτησα τα παιδικά μου χρόνια, τη νεότητά μου, τους γονείς μου – τη δεύτερη χρονιά που τις έπαιζα στο «Αμόρε» πέθανε ο πατέρας μου.

● Η «Σονάτα του σεληνόφωτος» που ανεβάζεις σε σκηνοθεσία της Ασπας Κυρίμη είναι διαφορετική απ’ όσες έχω δει. Οταν λες «άφησέ με να έρθω μαζί σου», τουλάχιστον στην αρχή, δεν δίνεις τον τόνο της παράκλησης. Είσαι μια γυναίκα που παλεύει για την τελευταία της ελπίδα μέχρι που καταρρέει μέσα στο αίσθημα της εγκατάλειψης.

Εχει σημασία το πρώτο «άφησέ με» και το τελευταίο. Το πρώτο είναι για μένα, άφησέ με να έρθω μαζί σου, ζωή, κόσμε, θέατρο, έρωτα, τα πάντα.

Στο τελευταίο ξέρω πια ότι δεν μπορώ να πάω πουθενά. Η παράκληση απευθύνεται στη νεότητά μου.

Στην ίδια την έννοια της απόδρασης, γιατί αυτή η γυναίκα αιωρείται ανάμεσα στην πραγματικότητά της και στην ανάγκη της να δραπετεύσει από αυτήν.

● Πού συναντάς τη γυναίκα της «Σονάτας»;

Στον χρόνο που περνάει. Με τη «Σονάτα» καλωσορίζω το κατώφλι του γήρατος. Σαν να ταλαντεύομαι όπως κι αυτή, η γυναίκα με τα μαύρα.

Η δική μου απόδραση είναι το θέατρο, ο τρόπος της ζωής μου, οι σχέσεις, οι φίλοι, τα βιώματά μου, οι διακοπές, η θάλασσα.

● Δείχνεις να ενθουσιάζεσαι με τη γλώσσα αυτών των κειμένων. Σαν να παραδίδεις μαθήματα αγωγής του λόγου. Για μένα τέτοιο μάθημα ήταν οι «Δύσκολες νύχτες» και η «Κάδμω» της Αξιώτη.

Στις «Δύσκολες νύχτες» δεν το αισθάνθηκα σαν αγωγή, για μένα ήταν μια ανακάλυψη το πώς μιλάς με λέξεις, πώς φτιάχνεις εικόνες, πώς κουβαλάς όσα είναι κάτω από τις αράδες.

● Σ’ αυτό το κείμενο έμοιαζε να φέρνεις τους παιδικούς σου παραδείσους στο παρόν ταυτοχρόνως με την απουσία τους.

Θυμάμαι που έλεγα στον Ρήγα «τι θα κάνω, ποια είμαι;».

«Εσύ» μου έλεγε.

«Δηλαδή τι θα παίξω;».

«Τίποτα» μου έλεγε, «διάβαζε και θα δεις μόνη σου.»

Και διάβαζα, διάβαζα, δυνατά στο σπίτι μου, και ξαφνικά έγινε κάτι. Μεταφέρθηκα στη Μέλπω.

● Λες και υπάρχει μια μυστική επικοινωνία ανάμεσα σε σένα και σ’ αυτήν, παρ’ όλο που δεν τη γνώρισες ποτέ.

Ξέρεις τι μου είχε πει η Φρίντα Λιάππα στην πρώτη παράσταση; Οτι το περπάτημά μου στο τέλος, όταν έβγαινα μεγάλη πια και κουρασμένη, της θύμισε πώς περπατούσε η Μέλπω.

Ο Μαρωνίτης έκλαιγε και μου έλεγε «τι είναι αυτό που μου έκανες». Μέχρι και η φωνή μου του είχε θυμίσει τη δική της, ενώ δεν είχε τύχει να την ακούσω.

● Με τους σκηνοθέτες δείχνεις να εγκαθιστάς εξαρχής μια σχέση εμπιστοσύνης μαζί τους.

Είναι και φορές που έχω θυμώσει. Δεν μου αρέσει να μου φωνάζουν, θέλω ησυχία, παθαίνω τρέλα με τις φωνές, αλλά ναι, αυτή την εμπιστοσύνη που λες την έχω.

Τη φράση που λέει η Αξιώτη «ίσως θα χρειαστεί εμείς τώρα να ξαναπλάσομε μια παιδική καρδιά για να μπορέσομε να διαβάσομε», εγώ τη βάζω και στις πρόβες.

● Τι σημαίνουν για σένα οι πρόβες;

Διαδρομή. Επενδύω πολύ στη διαδικασία της μεταφοράς. Δεν πάω να παίξω έναν ρόλο ή έναν χαρακτήρα, επιδιώκω να μεταφερθώ σ’ αυτόν, να μου συμβεί.

Γι’ αυτό και δεν πιστεύω καθόλου στην ταύτιση.

● Ο ρόλος μπορεί να εκμαιεύσει κάτι δικό σου;

Ναι, αλλά χωρίς να σκοπεύω να το μιμηθώ. Γι’ αυτό και έχω πολύ καλή σχέση με τους ενδυματολόγους, γιατί εκεί ολοκληρώνεται η μεταφορά.

Ποτέ δεν έχω βάλει ένα ρούχο και να πω «ω, τι μου δώσανε να βάλω». Γίνεται κομμάτι μου.

● Αν ήθελες να συνοψίσεις τα χρόνια σου στο θέατρο, τι θα έλεγες;

Μέσα από αυτό ξορκίζω τον χρόνο.

● Στον μονόλογο το κοινό είναι ο συμπρωταγωνιστής σου;

Και ο εξομολογητής συγχρόνως. Πολλές φορές έχω κι εγώ αναρωτηθεί γιατί με βρίσκουν αυτοί οι μονόλογοι.

Για να απαντήσουν στην ανάγκη της μεγάλης έκθεσης; Ισως αυτό να είναι το στοίχημα.

● Εκεί δεν έχεις πουθενά να ακουμπήσεις. Δεν υπάρχει άλλο πρόσωπο να σου δώσει ατάκα. Ολα είναι ροή.

Ακριβώς, ροή, απίστευτη ενέργεια που πρέπει να διαθέτεις και όλα αυτά συνθέτουν την άμεση επικοινωνία με τον κόσμο που δεν διασπάται σε άλλους ρόλους.

Ισως επειδή είμαι κι εγώ μοναχικό άτομο τελικά, και μου είναι απαραίτητη ώς ένα σημείο η μοναξιά, έστω κι αν βρίσκομαι ανάμεσα σε κόσμο, μπορεί κάτι τέτοιο να μου προσφέρουν οι μονόλογοι, αλλά δεν θέλω να το εξηγήσω.

● Ελα να κλείσουμε με λίγη θαλπωρή. Πες μου για τον μεγάλο σου έρωτα με τον Μισέλ Πικολί.

Αμοιβαίος ήταν. Τον γνώρισα το 1974, αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση. Γυριζόταν η ταινία «Το λάθος» του Σαμαράκη, με είχε πάρει ο Διονύσης Φωτόπουλος υποτίθεται βοηθό του, αλλά περισσότερο για να συνεννοούμαι στα γαλλικά που εκείνος δεν τα μίλαγε.

Εκεί γνώρισα τον Πικολί. Μάλιστα είχα σκεφτεί «όλους αυτούς τους γέρους θα γνωρίσω τώρα, δεν μπορούσε να έρθει κάποιος νέος», γιατί ήταν πολύ μεγάλος για μένα τότε.

Αυτός ήταν 50άρης, πολύ ωραίος βέβαια, αλλά δεν είχε πάει ποτέ το μυαλό μου ότι θα μπορούσε να συμβεί ό,τι συνέβη, έγινε σιγά σιγά.

Σ’ ένα ασανσέρ ήμασταν και είπαμε ότι εδώ κάτι συμβαίνει μεταξύ μας.

● Πόσο κράτησε η σχέση σας;

Από το ’74 μέχρι το ’77.

● Κι ερχόταν στην Ελλάδα;

Είχε έρθει πολλές φορές, πήγαινα κι εγώ στη Γαλλία, ανταλλάσσαμε συνεχώς γράμματα, τηλεφωνήματα…

Μέχρι που χώρισε με τη Ζιλιέτ Γκρεκό και μου τηλεφώνησε λέγοντάς μου «έλα στο Παρίσι να ζήσουμε μαζί».

Την ξέρω 26 χρόνια. Μόλις πέρυσι μου πρωτοείπε αυτή την ιστορία.

Σ’ αυτό το σημείο την είχα ρωτήσει έκπληκτος: «Και γιατί δεν πήγες; Θα είχε αλλάξει η ζωή σου».

Με κοίταξε αφοπλιστικά και μου απάντησε «είχα πρεμιέρα στο Θεσσαλικό».

Είδα σ’ εκείνο το βλέμμα να περνάνε όλες της οι ηλικίες.

Και κατάλαβα γιατί το Σοφάκι είναι φίλη μου.

 Η παράσταση

Γιάννης Ρίτσος, «Η σονάτα του σεληνόφωτος»

Σκηνοθεσία: Ασπα Κυρίμη

Ερμηνεύουν: Σοφία Σεϊρλή, Ιώβη Φραγκάτου

Στο πιάνο η Ιώβη Φραγκάτου

Στο φουαγιέ του θεάτρου «Αγγέλων Βήμα», για λίγες ακόμα παραστάσεις