Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Συχνά βλέπουν το φως της δημοσιότητας σοβαρά περιστατικά, ακόμα και σκάνδαλα που αφορούν και τον ιατρικό κόσμο.

Από τα φακελάκια, τις προμήθειες και τις σπατάλες μέχρι πολύ σοβαρά περιστατικά που περιγράφονται με τον γενικό όρο ιατρικά λάθη.

Πολλές φορές, μια κακώς εννοούμενη αντίληψη της συντεχνίας έχει δημιουργήσει προστατευτικό δίχτυ σε υπαίτιους για τα παραπάνω γιατρούς, ενώ σπανιότερα τέτοια φαινόμενα έγιναν αφορμή για σφοδρές προστριβές μεταξύ των λειτουργών της Υγείας.

Καμία συντεχνία και κανένα επαγγελματικό σύνολο δεν είναι αγγελικά πλασμένο, όμως ειδικά στον ευαίσθητο χώρο της Υγείας είναι αναγκαίο να διαλύονται γρήγορα οι σκιές, τα θολά τοπία και οι υπόνοιες, κυρίως όταν οι συνέπειες αφορούν τελικά τις ζωές ασθενών.

Τρεις διαφορετικές υποθέσεις που δεν μπορεί παρά να προβληματίσουν τον καθένα και πολύ περισσότερο τους αρμοδίους και αφορούν συγκεκριμένους καρδιοχειρουργούς μιας εκ των δύο κλινικών του «Ιπποκράτειου», και κυρίως τον έναν εξ αυτών, παρουσιάζει σήμερα η «Εφ.Συν.».

 Ενα πόρισμα που συντάχθηκε το 2014 από το Σώμα Επιθεωρητών Υγείας (ΣΕΥΥΠ) εστάλη πρόσφατα και με μεγάλη καθυστέρηση στην αρμόδια διεύθυνση Υγείας της Περιφέρειας Αττικής, που έχει και την αρμοδιότητα αφαίρεσης ειδικότητας γιατρών.

Οπως προκύπτει από το πόρισμα, ο επικεφαλής μιας εκ των δύο κλινικών του «Ιπποκράτειου» Νοσοκομείου και δύο ακόμα καρδιοχειρουργοί προσκόμισαν αθεώρητα και σε κάποια σημεία αμφιλεγόμενα έγγραφα στις αρμόδιες επιτροπές σχετικά με τον χρόνο και τον τρόπο που εκπλήρωσαν στο εξωτερικό τις απαραίτητες προϋποθέσεις ώστε να συμμετάσχουν στις εξετάσεις και να τους αποδοθεί η ειδικότητα καρδιοχειρουργικής στην Ελλάδα.

 Ενα δεύτερο πόρισμα ελέγχου για τα αίτια θανάτου ασθενούς παραδόθηκε τον περασμένο Ιούνιο στις αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με το οποίο υπάρχουν ασάφειες και ελλιπή στοιχεία για την ακριβή αιτία θανάτου του στο χειρουργείο, ενώ δεν διενεργήθηκε η απαραίτητη νεκροψία.

 Στις 21 Οκτωβρίου 2016, ύστερα από μήνυση οικογένειας ασθενούς που έχασε τη ζωή του λόγω λανθασμένης διάγνωσης καρδιοχειρουργού του «Ιπποκράτειου» που τον εξέτασε, ο γιατρός καταδικάστηκε από το 4ο Τριμελές Πλημμελειοδικείο σε τρία χρόνια φυλάκιση με αναστολή.

Ο ασθενής έχασε τη ζωή του όταν τελικά πολύ αργά έφτασε να χειρουργηθεί για διαχωρισμό αορτής από άλλους γιατρούς, σε άλλο νοσοκομείο.

Ελλειμματικοί φάκελοι

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή και συγκεκριμένα από το πόρισμα του ΣΕΥΥΠ που εξέτασε τα νομιμοποιητικά έγγραφα των γιατρών.

Οι καρδιοχειρουργοί που ελέγχθηκαν είναι οι «Α», «Β», «Γ» (ο οποίος έχει ήδη συνταξιοδοτηθεί) και ο «Δ», για τον οποίο όμως δεν διαπιστώθηκαν παρατυπίες.

Οπως προβλέπει η ελληνική νομοθεσία (υπ. απόφαση Α4/4063/1981), για τη συγκεκριμένη ειδικότητα (χειρουργικής θώρακος) απαιτούνται συνολικά 7 χρόνια μετεκπαίδευσης σε νοσοκομειακές κλινικές και σε συγκεκριμένους τομείς.

Για όσους κάνουν μετεκπαίδευση εκτός Ελλάδας απαιτούνται επικυρωμένα έγγραφα από τις εκεί αρχές, επίσημα μεταφρασμένα (Ν. 1497/1984).

Αφού ολοκληρωθεί η μετεκπαίδευση οι γιατροί δίνουν εξετάσεις στην Ελλάδα (Ν. 1278/1982).

Τέλος, τα δικαιολογητικά κατατίθενται στην περιφέρεια που με τη σειρά της οφείλει να τα στείλει στην αρμόδια διεύθυνση του υπουργείου Υγείας και στο Κεντρικό Συμβούλιο Υγείας (ΚΕΣΥ) Στη συνέχεια, το ΚΕΣΥ γνωμοδοτεί μέσω ειδικής επιτροπής και διαβιβάζει τη γνωμοδότησή του στη Διεύθυνση Επαγγελμάτων Υγείας και Πρόνοιας που με τη σειρά της μεριμνά για την έκδοση απόφασης αναγνώρισης του χρόνου άσκησης ειδικότητας του ενδιαφερομένου.

Η τελική απόφαση αποστέλλεται στην περιφέρεια του γιατρού και κοινοποιείται και στον ίδιο.

Σύμφωνα με το πόρισμα που παρουσιάζει εδώ η «Εφ.Συν.», οι δύο εκ των τριών γιατρών και συγκεκριμένα οι «Α» και «Β» είχαν λάβει τον τίτλο ειδικότητας από την περιφέρεια τον Ιανουάριο και τον Μάρτιο του 1991, αντίστοιχα.

Ωστόσο, όταν οι ελεγκτές του Σώματος θέλησαν να ελέγξουν τα έγγραφα που πιστοποιούσαν την ειδικότητα δεν το κατάφεραν, μια και οι φάκελοί τους «δεν ανευρέθηκαν στο αρχείο το οποίο υπέστη φθορές λόγω πολλαπλών μετακομίσεων».

Τελικά, η αρμόδια διεύθυνση της περιφέρειας κατόπιν αιτήματος κατάφερε να συγκεντρώσει εκ νέου τα στοιχεία που έλειπαν και διαπίστωσε «ότι προέκυψαν ερωτήματα σχετικά με την αναγνώριση του χρόνου ειδίκευσης στο εξωτερικό των ιατρών «Α» και «Β».

Η διαπίστωση ανάγκασε την περιφέρεια να ζητήσει τα φώτα του υπουργείου Υγείας, του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών και της νομικής υπηρεσίας της για περαιτέρω ενέργειες.

Ο Ιατρικός Σύλλογος ουδέποτε απάντησε, ενώ η νομική υπηρεσία υποστήριξε ότι δεν υπάρχει λόγος επανεξέτασης της υπόθεσης μετά την πάροδο εικοσαετίας από τη χορήγηση του τίτλου (!).

Ωστόσο το υπουργείο Υγείας το 2012 βεβαίωσε ότι: «Από τον έλεγχο προέκυψε ότι οι “Α” και “Β” δεν υπέβαλαν ποτέ αιτήσεις στην υπηρεσία με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά προκειμένου να λάβουν σχετική απόφαση αναγνώρισης του χρόνου ειδικότητας από το εξωτερικό και το ΚΕΣΥ» (αρ. πρωτ. απάντησης Υ7α/ΓΠ 61101/6.7.2012).

Κατόπιν των ανωτέρω και αφού οι επιθεωρητές Υγείας συγκέντρωσαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία, αποφάνθηκαν ότι:

● Για τον γιατρό «Β»: «Τα έγγραφα που υποβλήθηκαν και πιστοποιούν την άσκηση για ειδικότητα στο εξωτερικό, δεν είναι επίσημα πιστοποιητικά των νοσοκομείων, αλλά απλές επιστολές καθηγητών των κλινικών τους. Συνεπώς η νομαρχία (σ.σ.: περιφέρεια) δεν έπρεπε να τα κάνει δεκτά».

Το πόρισμα κάνει λόγο για αρκετές χρονικές επικαλύψεις στη μετεκπαίδευση του «Β», ο οποίος εμφανίζεται ταυτόχρονα σε δύο διαφορετικά νοσοκομεία να κάνει ειδικότητα, πράγμα το οποίο δεν μπορεί να συμβεί.

Το πόρισμα σημειώνει ότι υπάρχει πρόβλημα αντιστοιχίας των στοιχείων. Για παράδειγμα, υπάρχουν επιστολές υπευθύνων δύο νοσοκομείων που πιστοποιούν την άσκηση του «Β», όμως η ημερομηνία έκδοσης των επιστολών είναι προγενέστερη του χρόνου λήξης της άσκησης αυτής.

Η παράκαμψη

Προκύπτει ότι στην Ελλάδα, όταν ο γιατρός κατέθεσε τα δικαιολογητικά του για έγκριση, η αρμόδια διεύθυνση της περιφέρειας τα έστειλε μόνο στο ΚΕΣΥ και όχι και στην αρμόδια διεύθυνση του υπουργείου ως όφειλε να πράξει.

«Η παράκαμψη από τη νομαρχία της αρμόδιας διεύθυνσης του υπουργείου Υγείας που θα ασκούσε επιπλέον έλεγχο επί των υποβληθέντων δικαιολογητικών, δείχνει άγνοια, αμέλεια ή πιθανόν δόλο».

Τέλος, ο «Β» «όφειλε να ασκηθεί ακόμα δύο εξάμηνα προκειμένου να λάβει τον τίτλο της ειδικότητας χειρουργικής θώρακα. Συνεπώς δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για συμμετοχή στην εξεταστική περίοδο Φεβρουαρίου 1991 για την απόκτηση του τίτλου ειδικότητας».

● Για τον γιατρό «Α»: Και σ’ αυτή την περίπτωση, η νομαρχία αγνοεί την αρμόδια διεύθυνση του υπουργείου και στέλνει κατευθείαν τα δικαιολογητικά που είχε υποβάλει ο γιατρός στο ΚΕΣΥ.

Και σ’ αυτή την περίπτωση τα έγγραφα του γιατρού είναι επιστολές καθηγητών και όχι πιστοποιητικά νοσοκομείων όπου ασκήθηκε, συνεπώς, όπως αναφέρει το πόρισμα, η νομαρχία δεν θα έπρεπε να τα κάνει δεκτά.

Παράλληλα σημειώνεται ότι «δεν τεκμηριώνεται η άσκησή του στα κατ’ επιλογήν δύο εξάμηνα από τις ειδικότητες νευροχειρουργική, πλαστική χειρουργική, ορθοπεδική.

Συνεπώς δεν ήταν σύννομη η συμμετοχή του στις εξετάσεις για την απόκτηση της ειδικότητας». Το πόρισμα σημειώνει πως οι τίτλοι απόκτησης ειδικότητας στις ΗΠΑ είναι απλές φωτοτυπίες.

● Για τον γιατρό «Γ» (που έχει ήδη συνταξιοδοτηθεί): παρατυπίες στον χρόνο άσκησης οι οποίες του επέτρεψαν να συμμετάσχει επίσης αντικανονικά στις εξετάσεις της ειδικότητας. Και ο συγκεκριμένος γιατρός, όπως και οι δύο προηγούμενοι, προσκόμισε έγγραφο από το εξωτερικό, όχι όμως κάποιο επίσημο χαρτί νοσοκομείου αλλά μόνον επιστολή του επικεφαλής γιατρού.

Τελικά, ενώ το ΚΕΣΥ αποδέχτηκε τα συμπεράσματα του συγκεκριμένου πορίσματος, διά μέσου του υπουργείου Υγείας διαβιβάστηκε στην αρμόδια διεύθυνση της περιφέρειας αλλά και στη διοίκηση του «Ιπποκράτειου» Νοσοκομείου.

Προκαλεί απορία το γιατί το πόρισμα αυτό παρέμεινε στα συρτάρια ενώ ολοκληρώθηκε το 2014.

Η Περιφέρεια Αττικής μέσω της αρμόδιας διεύθυνσης θα κληθεί να άρει ή όχι την ειδικότητα των γιατρών, οι οποίοι χειρουργούσαν επί χρόνια, έχοντας προφανώς τον τρόπο αλλά και τις απαραίτητες διασυνδέσεις ώστε να μη διαπιστώνονται και πολύ περισσότερο να μην εφαρμόζονται οι κοινές για όλους τους γιατρούς επιβεβλημένες μορφές ελέγχου.

Επιπλέον, δε, κατείχαν συνεχώς και σχεδόν εξ αρχής υψηλόβαθμες θέσεις στις κλινικές όπου χειρουργούσαν.

Φαίνεται όμως ότι ακόμα και σήμερα για άγνωστο λόγο η αρμόδια υπηρεσία της περιφέρειας συνεχίζει τις καθυστερήσεις, αγνοώντας τη γνωμοδότηση του ΚΕΣΥ.

Στο ίδιο μοτίβο, εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι το ΣΕΥΥΠ δεν έχει προχωρήσει σε έλεγχο στην περιφέρεια για τη μη εφαρμογή της απόφασης του ΚΕΣΥ.

Οι καταγγελίες

Πέρα όμως από τις τυπικές ή ουσιαστικές εκκρεμότητες σχετικά με την απόκτηση ειδικότητας, υπάρχουν και μαρτυρίες σε ζητήματα συμπεριφοράς των συγκεκριμένων γιατρών προς συναδέλφους τους.

Γίνεται λόγος ακόμα και για το «συνήθειό» τους να επιδίδονται σε καταγγελίες και αβάσιμες κατηγορίες σε βάρος συναδέλφων τους στα διάφορα νοσοκομεία όπου εργάστηκαν σε υψηλόβαθμες θέσεις.

Ειδικά σε περιόδους βαθμολογικών κρίσεων έφτασαν -άγνωστο πώς- στη δημοσιότητα παρόμοιες συκοφαντικές καταγγελίες με αποτέλεσμα συνάδελφοί τους να υποστούν σοβαρά πλήγματα στην καριέρα τους.

Αυτό συνέβη όχι μόνο στο «Ιπποκράτειο», όπου υπηρετούν οι δύο γιατροί που αναφέρονται στο πόρισμα, αλλά και σε άλλα νοσοκομεία.

Μία παρόμοια (παλαιότερη) ιστορία είχε εξελιχθεί στο «Ωνάσειο» σπιλώνοντας διακεκριμένους χειρουργούς της πρότυπης μονάδας μεταμοσχεύσεων, λόγω ανυπόστατων καταγγελιών που διέρρευσαν τότε και στα ιδιωτικά ΜΜΕ.

Οι γιατροί τελικά αθωώθηκαν, ενώ ένας από τους μάρτυρες κατηγορίας ήταν και ο συγκεκριμένος καρδιοχειρουργός «Β».

Ο δεύτερος γιατρός, ο «Α», είχε διατελέσει υποδιευθυντής του Α’ Τμήματος του «Ωνάσειου» με διευθυντή τον καρδιοχειρουργό Πέτρο Αλιβιζάτο, την «ψυχή» της μονάδας μεταμοσχεύσεων.

Στο πολύ ενδιαφέρον βιβλίο του που κυκλοφόρησε το 2012 με τίτλο «Αποστολή… το τίμημα», ο συγγραφέας καρδιοχειρουργός κάνει εκτενείς αναφορές στις «ενδοϊατρικές» συγκρούσεις, τις σκιαμαχίες, τις μισαλλοδοξίες και τέλος, τις πολιτικές πιέσεις που όχι σπάνια καταλήγουν στην ακύρωση μεγάλων προσπαθειών που καταβάλλουν καταξιωμένοι γιατροί.

«Αρχαιότερος ήταν ο “Α”, απόφοιτος του αμερικανικού συστήματος και με Boards», γράφει ο Π. Αλιβιζάτος σχετικά με τη στελέχωση της κλινικής.

Λίγο παρακάτω όμως αναφέρεται στην προβληματική συμπεριφορά του συγκεκριμένου υποδιευθυντή:

«Αρχισε να κινεί εκστρατεία συκοφάντησης του τμήματος κατηγορώντας τους συναδέλφους του για δυσανάλογες με τα προσόντα τους επεμβάσεις και για μεγάλα ποσοστά θνησιμότητας και επιπλοκών, με τετρασέλιδη αναφορά που έκανε στα αρμόδια όργανα του ιδρύματος το 2002. Το θέμα επανεξετάστηκε με πλήρη καταγραφή και φυσικά προέκυψε το αβάσιμο όλων των καταγγελιών».

Μάλιστα ο Π. Αλιβιζάτος γράφει στη συνέχεια ότι το ποτήρι ξεχείλισε όταν ο συγκεκριμένος, ενώ ήταν πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, υπέγραψε ταυτόχρονα σύμβαση και με το «Μετροπόλιταν»:

«Τότε του ζητήθηκε να παραιτηθεί, την ίδια στιγμή που το Δ.Σ. του ιδρύματος αποφαινόταν ότι η συμπεριφορά του ήταν αντισυμβατική και αντίθετη με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη. Τελικά άδειασε το γραφείο του κι έφυγε σιωπηλά χωρίς καν να χαιρετήσει, ενώ το τμήμα ξαναβρήκε την ηρεμία του», γράφει ο κ. Αλιβιζάτος.

Επικοινωνήσαμε με τον καθηγητή Π. Αλιβιζάτο, ο οποίος μας τόνισε πάντως ότι πέρα από εκείνη την «κακή στιγμή» ο πρώην υποδιευθυντής του είχε πλήρη ιατρική επάρκεια.

Μας τόνισε δε ότι το συγκεκριμένο όργανο των ΗΠΑ, «board of thoracic surgery», που του απένειμε τον τίτλο είναι ένα από τα πλέον αξιόπιστα και διεθνώς αναγνωρισμένα.

Ομως, καλώς ή κακώς ο ελληνικός νόμος προβλέπει συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη δυνατότητα απόκτησης ειδικότητας καρδιοχειρουργού.

Το δεύτερο πόρισμα

Το πόρισμα των 73 σελίδων που αφορά θάνατο ασθενούς έχει διαβιβαστεί πλέον στη διοίκηση του νοσοκομείου, στο υπουργείο Υγείας, στον γενικό επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, στον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών και στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, που σύμφωνα με πληροφορίες έχει ήδη διατάξει έλεγχο.

Στις γενικές παρατηρήσεις αυτού του πορίσματος διαπιστώθηκε και σειρά δυσλειτουργιών, όπως: η ανισοβαρής σε ιατρικό προσωπικό λειτουργία των δύο καρδιοχειρουργικών κλινικών του «Ιπποκράτειου», ο αναίτιος διαχωρισμός σε δύο κλινικές που όφειλαν να είχαν ενοποιηθεί, η μη λειτουργία πρωινών καρδιολογικών εξωτερικών ιατρείων, οι λίστες των ασθενών που δεν είχαν, ως όφειλαν, αποδοθεί πλήρως στην ευθύνη των διοικητικών υπηρεσιών, με αποτέλεσμα να εμπλέκονται γιατροί στις προτεραιότητες ασθενών, τα μη ενημερωμένα πρακτικά χειρουργείων από ορισμένους γιατρούς, πιστοποιητικά θανάτου χωρίς καταγεγραμμένη την ακριβή αιτία κ.λπ.

Επίσης καταγράφεται στο συγκεκριμένο πόρισμα η ύστερα από παρέλευση δύο ετών ανταπόκριση του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας (ΚΕΣΥ) στο αίτημα της περιφέρειας για τα ζητήματα χορήγησης ή ανάκλησης της ειδικότητας των συγκεκριμένων γιατρών.

Τέλος, το πόρισμα επισημαίνει: τη μη αιτιολογημένη πρόταση του χειρουργού προς την οικογένεια του εκλιπόντος σχετικά με τη μη διενέργεια νεκροψίας-νεκροτομής, ενώ ήταν απολύτως και νομικά αναγκαίο, δεδομένου ότι δεν υπήρχε ακριβής αιτία θανάτου και δεν αποτελεί η νεκροψία επιλογή του συγγενούς, αλλά κρίνεται επιβεβλημένη, καθότι ο θάνατος προήλθε από αιτία/αιτίες πέραν της διαγνωσθείσης αρχικής νόσου, που συνδέονται με την εκτέλεση των χειρουργείων και συνεπώς αιτία/αιτίες του θανάτου αγνώστου αιτιολογίας.

Ανησυχητικά όμως είναι κάποια στοιχεία για τα ποσοστά θνητότητας των ασθενών των υπό κρίση καρδιοχειρουργών, όπως προκύπτει από τα δεδομένα που διαθέτει η διοίκηση του νοσοκομείου.

Ο διευθυντής του χειρουργικού τομέα του «Ιπποκράτειου» έλαβε εντολή στις αρχές του 2014 να εκδώσει πόρισμα θνητότητας, δηλαδή έρευνα γύρω από τα περιστατικά θανάτου ασθενών στον τομέα της καρδιοχειρουργικής (2007-2014).

Οι ευθύνες

Η έρευνα διεξήχθη με όσα δεδομένα υπήρχαν από το βιβλίο χειρουργείων, το βιβλίο της ΜΕΘ και το βιβλίο της προϊσταμένης κάθε τμήματος.

Οπως σημειώνει ο ερευνητής, τα ελλιπή στοιχεία δεν επέτρεψαν να αντληθούν δεδομένα που να λαμβάνουν υπόψη όλους εκείνους τους κρίσιμους παράγοντες τους οποίους απαιτεί μια παρόμοια σύνθετη διαδικασία.

Ωστόσο, συγκριτικά και μόνο, ενδεικτικά για τον έναν από τους ελεγχόμενους η θνητότητα φτάνει το 6,3% και για τον άλλον το 9,9%, ενώ τα ποσοστά για δύο άλλους τυχαίους καρδιοχειρουργούς του νοσοκομείου ήταν 1,5% και 4,7%.

Είναι προφανές ότι εφόσον πλέον οι υποθέσεις αυτές έφτασαν να απασχολούν ακόμα και τη Δικαιοσύνη, αργά ή γρήγορα θα τελεσιδικήσουν, ώστε να διαπιστωθεί αν και σε ποιο βαθμό υπάρχει οποιοδήποτε κενό στην απόκτηση της ειδικότητας και φυσικά αν υπάρχει ευθύνη και ιατρικό λάθος σχετικά με το δεύτερο πόρισμα που αφορά συγκεκριμένο περιστατικό θανάτου.

Εστω και με μεγάλη καθυστέρηση, είναι απόλυτη ανάγκη να αισθάνονται οι πολίτες ότι υπάρχει ιδιαίτερη μέριμνα των αρμόδιων αρχών, όταν αφήνουν την… καρδιά τους στα χέρια ενός γιατρού.