Συναντήσαμε τον Τουμάζο Τσιελεπή, νομικό, διεθνολόγο και κορυφαίο στέλεχος του ΑΚΕΛ, λίγο πριν από την πρόσφατη ομιλία του στην Αθήνα σχετικά με τα ομοσπονδιακά συστήματα και τη διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία.
Στο επίκεντρο, οι μέχρι τώρα συζητήσεις Αναστασιάδη και Ακιντζί, οι επικείμενες κρίσιμες διαβουλεύσεις στη Γενεύη, ο ρόλος της Ελλάδας, της Τουρκίας και οι προοπτικές επίλυσης του Κυπριακού.
• Στο Μον Πελεράν οι συζητήσεις για το Κυπριακό απέβησαν άκαρπες. Ορισμένοι απέδωσαν την ευθύνη στην ελληνική κυβέρνηση, άλλοι μίλησαν για μια κίνηση που συνέφερε τακτικά και τον Αναστασιάδη και τον Ακιντζί. Τι συνέβη εκεί;
Κατ’ αρχήν δεν απέβησαν εντελώς άκαρπες. Στο «Μον Πελεράν 1», στις συζητήσεις για τη διακυβέρνηση, την οικονομία και τα θέματα Ε.Ε., υπήρξαν αποτελέσματα. Στα δύο από τα τρία κριτήρια του εδαφικού υπήρξε επίσης πρόοδος. Δεν υπήρξε όμως ικανοποιητική σύγκλιση στο θέμα που αφορούσε τους πρόσφυγες που εκτοπίστηκαν το 1974.
Στο «Μον Πελεράν 2» «σκοντάψαμε» πράγματι σε αυτό το κριτήριο. Εγιναν μια σειρά λάθη από πολλές πλευρές, για να μην αδικούμε την ελληνική κυβέρνηση ή υπουργό της. Από πολλές πλευρές. Φτάσαμε σε ένα είδος αδιεξόδου, που υπήρχε ο κίνδυνος κάθε 24ωρο που περνούσε να προκύψει ένα νέο «ατύχημα», το οποίο αυτή τη φορά θα ενταφίαζε οριστικά την προσπάθεια που ξεκίνησε το 2008.
Ο τρόπος που επέλεξαν οι δύο ηγέτες είναι γνωστός, με αυτόν έχουμε να κάνουμε. Ανεξαρτήτως των επιφυλάξεων που ο καθένας μπορεί να έχει και των κινδύνων, είναι σημαντικό τώρα να πάμε στη διαδικασία με καθαρό μυαλό, να τη στηρίξουμε, να ξέρουμε τι θέλουμε σε επίπεδο διαδικασίας και ουσίας. Επιβάλλεται όσο ποτέ άλλοτε μια ξεκάθαρη κοινή «γραμμή» Αθήνας και Λευκωσίας.
Η Ελλάδα εμπλέκεται στο θέμα της ασφάλειας με συμβατικό τρόπο. Χωρίς ξεκάθαρη εικόνα για το τι επιδιώκουμε μπορεί να προκύψει αδιέξοδο, ακόμα και διαδικαστικής φύσης.
• Οι επόμενες συζητήσεις ανάμεσα στους Αναστασιάδη και Ακιντζί θα διεξαχθούν το διάστημα 9-11 Ιανουαρίου. Εχει οριστεί από τώρα η 12 Ιανουαρίου ως ημερομηνία της διάσκεψης για την Κύπρο. Δεν πρέπει πρώτα όμως να υπάρξει κατάληξη στα θέματα του εδαφικού;
Εχετε απόλυτο δίκιο. Πάντοτε λέγαμε ότι πρέπει να λυθούν οι εσωτερικές πτυχές του Κυπριακού και ακολούθως να πάμε στη διάσκεψη με αποκλειστικό αντικείμενο το θέμα της ασφάλειας.
Αφενός δεν μπορούμε να συζητούμε τα εσωτερικά μας σε μια διεθνή διάσκεψη. Και αφετέρου όσο αυξάνονται τα άλυτα ζητήματα τόσο λιγοστεύουν οι πιθανότητες μιας θετικής κατάληξης.
Δεν θέλουμε να φύγουμε από μια διάσκεψη χωρίς αποτέλεσμα, καταλαβαίνετε τι θα σήμαινε αυτό. Δεν έγινε αυτό κατορθωτό, έγιναν λάθη στο Μον Πελεράν, νομίζω πως εκεί θα μπορούσε να υπάρχει μια ακτίνα σύγκλισης που να επιτρέψει την κατάληξη. Τώρα δεν μπορούμε να αλλάξουμε τη διαδικασία. Πρέπει να λυθούν τα ζητήματα και να αξιοποιήσουμε τον χρόνο μπροστά μας.
• Η τουρκοκυπριακή πλευρά λέει ότι η διάσκεψη πρέπει να είναι πενταμερής. Η άλλη πλευρά θεωρεί ότι πρέπει να είναι πολυμερής. Πού θα καταλήξουμε;
Αυτό το ζήτημα, που μοιάζει εκ πρώτης όψεως διαδικαστικό, μετατρέπεται σε ουσιαστικό. Κάθε πλευρά στο συγκεκριμένο ζήτημα έχει μια «κόκκινη γραμμή», όχι κόκκινη σαν αυτές που ακούμε από «μπαλκόνια» ή άμβωνες. Είναι κόκκινες της φωτιάς.
Η δική μας η πλευρά, απολύτως δικαιολογημένα, δεν θα δεχτεί απο-αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας πριν από τη λύση, γιατί θέλουμε συνέχεια του κράτους. Η Τουρκία δεν πρόκειται να δεχτεί να αναγνωρίσει de jure την Κυπριακή Δημοκρατία πριν από τη λύση.
Το πρόβλημα με τη διαδικασία όπως την προτείνει η τουρκική πλευρά είναι το εξής: Αν απουσιάζει από τη διάσκεψη η Κυπριακή Δημοκρατία και βρίσκονται απλά οι δύο κοινότητες, τότε υπάρχει πρόβλημα αναγνώρισης. Αρα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.
Από την άλλη, μια διάσκεψη με την παρουσία του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, της Ευρωπαϊκής Ενωσης, της Κυπριακής Δημοκρατίας, των δύο κοινοτήτων και των εγγυητριών δυνάμεων «σκοντάφτει» στο ότι στην πραγματικότητα συνεπάγεται de jure αναγνώριση από την Τουρκία.
Ούτε αυτό μπορεί να γίνει. Πρέπει, όμως, να είναι εκεί το Συμβούλιο Ασφαλείας, αφού από εκεί περιμένουμε ένα ψήφισμα που να υιοθετεί τη λύση, να δίνει εχέγγυα εφαρμογής της, που να εγκαθιδρύει μια ειρηνευτική δύναμη με καθαρούς όρους εντολής. Πρέπει να είναι εκεί και η Ε.Ε. για λόγους κεκτημένου.
Συνεπώς, πρέπει να βρεθεί η σωστή μορφή, κατά την οποία ο καθένας θα μπορεί να διατηρήσει τη θέση του. Σε αντίθετη περίπτωση, θα οδηγηθούμε σε διαδικαστικό αδιέξοδο και κάτι τέτοιο θα ήταν τραγωδία.
• Είναι δυνατή μια διάδοχη κατάσταση κατά την οποία θα υπάρχουν ξένα στρατεύματα στην Κύπρο, έστω και με κάποιες «δικλίδες ασφαλείας»;
Τα τουρκικά στρατεύματα, τα κατοχικά στρατεύματα, πρέπει σαφώς να αποχωρήσουν. Αυτό δεν είναι δυνατόν να γίνει μέσα σε μια μέρα, θα θεωρηθεί άτακτη υποχώρηση. Πρέπει να γίνει σε ένα τακτό χρονικό διάστημα με αρχή και τέλος, σε ένα λογικό χρονικό πλαίσιο, όχι δεκαετίας και βάλε.
Πρέπει, όμως, να απαντήσουμε στο επιχείρημα της τουρκοκυπριακής πλευράς, που λέει «εμάς ποιος θα μας προστατέψει αν αύριο επικρατήσει μια ακραία κατάσταση – θυμάστε τι έγινε το διάστημα 1963-1974». Χρειαζόμαστε λοιπόν και μια ειρηνευτική δύναμη των Ηνωμένων Εθνών, βεβαίως με αρχή και τέλος.
Οταν εξομαλυνθεί η κατάσταση, κανείς δεν θα τα θυμάται αυτά. Επικαλούμαι και το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι εδώ και δεκατρία χρόνια που έχουν αρθεί σχετικά οι περιορισμοί στη διακίνηση, δεν έχει συμβεί κάτι μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Αυτό αποδεικνύει περίτρανα ότι μπορούμε να συμβιώσουμε άνετα με τους συμπατριώτες μας Τουρκοκύπριους και όλοι μαζί να ελπίζουμε ότι θα αφήσουμε τις κακές συνήθειες στο παρελθόν.
• Σας εξέπληξε η αλλαγή στάσης του ΚΚΕ, που εγκατέλειψε τη θέση για διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία;
Δεν μας εξέπληξε, ωστόσο ήταν πλέον μια επίσημη τοποθέτηση. Η δική μας θέση είναι ότι μέσα στις συγκεκριμένες συνθήκες, δύο επιλογές έχουμε: διχοτόμηση ή ομοσπονδία.
Ολες οι άλλες επιλογές είναι εφικτές μόνο στις βιβλιοθήκες των ερευνητών. Εμείς επιλέγουμε την ομοσπονδιακή λύση. Αυτή η στιγμή, για να επανενώσουμε και την πατρίδα και τον λαό μας, η λύση είναι η ομοσπονδία.
