Σχεδόν τέσσερα 24ωρα μετά το μακελειό στο νυχτερινό κέντρο Reina κι εν μέσω αλλεπάλληλων από πλευράς αρχών λαθών, ο Τούρκος ΥΠΕΞ ανακοίνωσε την ταυτοποίηση του -άφαντου κατά τα λοιπά- δράστη, χωρίς να τον κατονομάσει.
«Τα υπουργεία Εσωτερικών και Δικαιοσύνης συνεχίζουν τις έρευνες για να φέρουν στο φως ποιος βρίσκεται πίσω από την επίθεση» συμπλήρωσε, για την οποία το «Ισλαμικό κράτος» έχει ήδη αναλάβει την ευθύνη.
Η επίθεση έγινε «με πολύ επαγγελματικό τρόπο» και ο μακελάρης χρησιμοποίησε μεθόδους «που υποσκελίζουν όλες τις σύγχρονες τεχνικές συγκέντρωσης πληροφοριών», υποστήριξε από την πλευρά του ο Τούρκος υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, Ομέρ Τσελίκ, σε μία σαφή προσπάθεια να δικαιολογήσει τα πρόδηλα κενά ασφαλείας.
Σύμφωνα πάντως με τη Hürriyet, ο δράστης είχε ήδη επισκεφτεί τουλάχιστον δύο φορές την Τουρκία, με ψεύτικο διαβατήριο, το 2014 και το 2015. Αυτή τη φορά εικάζεται ότι μπήκε παράνομα από τη Συρία.
Κατά τη φιλοκυβερνητική Sabah, βρισκόταν σε επαφή με τον φερόμενο ως επικεφαλής του πυρήνα του «Ι.Κ.» στην Κωνσταντινούπολη, υπό τον κωδικό «εμίρης Γιουσούφ Χότζα», καθώς και τον βοηθό του: έναν Τατζίκο, ο οποίος φέρεται να συγκαταλέγεται σε όσους βρίσκονται υπό κράτηση. Συνολικά, ξεπερνούν πια τους 50.
Επιχείρηση-σκούπα

Μόνον χθες προσήχθησαν 40 άτομα στη Σμύρνη, σε επιχείρηση-σκούπα της αστυνομίας κατά φερόμενων ως μελών του «Ι.Κ.», καταγωγής κυρίως από το Τουρκμενιστάν, το Νταγκεστάν και την Κιργιζία.
Μεταξύ αυτών, αναφέρει το πρακτορείο Doğan, συγκαταλέγονται είκοσι παιδιά και εννέα γυναίκες.
Αλλα 16 άτομα ανακρίνονται, ανάμεσά τους -αναφέρει η Habertürk- επτά μουσουλμάνοι Ουιγούροι, που εργάζονται σε εστιατόριο της συνοικίας Ζεϊτίνμπουρου, στην ευρωπαϊκή πλευρά της Κωνσταντινούπολης.
Σε αυτούς λέγεται ότι προσέτρεξε αμέσως μετά την πρωτοχρονιάτικη επίθεση ο δράστης, ζητώντας τους χρήματα για να πληρώσει το ταξί με το οποίο είχε διαφύγει -προσποιούμενος τον τραυματία- από τον τόπο της σφαγής…
«Ο στόχος ήταν σαφής: να δημιουργηθεί ρήγμα και πόλωση στην κοινωνία», τόνισε χθες σε ομιλία του ο Τούρκος πρόεδρος Ερντογάν, στην πρώτη δημόσια παρέμβασή του μετά την επίθεση της Πρωτοχρονιάς, που έχει κάνει πιο βαθιά τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ κεμαλιστών και ισλαμιστών στη χώρα.
«Δεν έχει κανένα νόημα να προσπαθούμε να αποδώσουμε την επίθεση στο Ορτάκιοϊ στους διαφορετικούς τρόπους ζωής. Ουδείς εξ αυτών απειλείται συστηματικά στην Τουρκία», υποστήριξε ο Ερντογάν -αφήνοντας ασχολίαστες τις εκ διαμέτρου αντίθετες παραινέσεις της Κρατικής Διεύθυνσης Θρησκευτικών Υποθέσεων, παραμονές Πρωτοχρονιάς.
Ομως «το να παρουσιάζει κανείς μια χώρα -η οποία ηγείται της μεγάλης μάχης κατά του “Ι.Κ.”- ως κράτος που στηρίζει την τρομοκρατία είναι ακριβώς αυτό που επιδιώκει η ίδια η τρομοκρατική οργάνωση», συμπλήρωσε ο Τούρκος πρόεδρος, απαντώντας πρακτικά στις κατηγορίες που είχε διατυπώσει ένα 24ωρο νωρίτερα ο ηγέτης της κεμαλικής αξιωματικής αντιπολίτευσης, Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου, αξιώνοντας την παραίτηση της κυβέρνησης του ισλαμοσυντηρητικού AKP.
Στον αντίποδα, ο Ερντογάν διακήρυξε ότι η Τουρκία θα συνεχίσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις για την εκκαθάριση όλων των περιοχών όπου δρουν «τρομοκρατικές οργανώσεις» -διατύπωση που κατά τη θεώρηση της Αγκυρας περιλαμβάνει όχι μόνον το «Ι.Κ.», αλλά και το PKK και τους Κούρδους της Συρίας.
«Θεού θέλοντος, η επιχείρηση στην Αλ Μπαμπ της βόρειας Συρίας θα τελειώσει σύντομα» υπογράμμισε, διατρανώνοντας την αποφασιστικότητα των τουρκικών δυνάμεων να φτάσουν μέχρι τη Μανμπίτζ, ανατολικά του Ευφράτη.
«Γνωρίζουμε ότι εκεί παραμένουν μονάδες των πολιτοφυλακών YPG των Κούρδων της Συρίας, όπως άλλωστε τόνισε [κατά τη χθεσινή τηλεφωνική επικοινωνία τους] ο πρόεδρός μας στον [απερχόμενο πρόεδρο των ΗΠΑ] Ομπάμα», επισήμανε χθες ο Τσαβούσογλου, κατηγορώντας ευθέως την απερχόμενη αμερικανική κυβέρνηση ότι «αθέτησε υποσχέσεις».
Σε συγχορδία, δε, ο Τσαβούσογλου και ο Τούρκος υπουργός Αμυνας έθεσαν θέμα για τη χρήση της αεροπορικής βάσης στο Ιντσιρλίκ από τον υπό τις ΗΠΑ διεθνή συνασπισμό, θέτοντας λίγο-πολύ νέες προϋποθέσεις.
«Ελπίζουμε όλες οι συμμαχικές δυνάμεις, κυρίως οι ΗΠΑ, να παράσχουν την αεροπορική και άλλου τύπου υποστήριξη, που χρειάζεται η Τουρκία στην επιχείρηση “Ασπίδα του Ευφράτη”», τόνισε ο υπ. Αμυνας, Φικρί Ισίκ.
«Λέμε στους συμμάχους μας ότι αυτά είναι τα καίρια ερωτήματα ως προς το Ιντσιρλίκ», προσέθεσε. Κι αξίωσε «να γίνουν σύντομα τα αναγκαία βήματα», εν είδει ανοιχτού τελεσιγράφου.
