Μια πόλη απρόσωπη φτιαγμένη από προσωπικές ιστορίες. Ιδιωτικές στιγμές, βιώματα και μνήμες. Πολύχρωμο ψηφιδωτό όπου η ζωή μας φωτίζεται από τον λόγο των άλλων: των ανθρώπων της τέχνης και της γραφής. Συναντήσεις περισσότερο παρά συνεντεύξεις, σε μια συνειδητή προσπάθεια να πάμε πάλι με τον μύθο.
Η ημέρα του σεξ
ήταν η ημέρα του σεξ
όλοι έκαναν σεξ
σεξ συνέχεια σεξ πολύ σεξ
κι ήταν πολύ μόνη
η μόνη κοπέλα που δεν έκανε σεξ την ημέρα του σεξ
μόνο έγραφε για το σεξ
έγραφε σεξ σεξ σεξ
κι έκλαιγε
Η ποιητική συλλογή της Γλυκερίας Μπασδέκη «Η Θεόδωρος Κολοκοτρώνης» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Bibliotheque σε περιορισμένα, αριθμημένα αντίτυπα.
Η εικόνα δεν είναι τωρινή: όταν διαβάζω τα ποιήματα της Γλυκερίας Μπασδέκη μου έρχονται στον νου ένα ζευγάρι παιδικά παπούτσια.
Λουστρίνια, αγορασμένα από του Μούγερ ή του Μάρου. Σκούρα μπλε ή καλύτερα μαύρα να κρύβουνε τη γρατζουνιά τους.
Μπροστά μπροστά την έχουνε, ποιος ξέρει πώς την πάθανε.
Με τον ίδιο τρόπο μιλάω και για τον έρωτα: λουστρίνι το αίσθημα, τριζάτο. Το φέρνεις μπροστά στο στόμα, το θαμπώνεις με το χνώτο σου, το τρίβεις με το μανίκι, το γυαλίζεις.
Το φοράει η Γλυκερία και κάνει κάτι φιγούρες ντίσκο στο δωμάτιο στη Λάρισα, με τον Μπαρτ Ρέινολντς και τον Γιώργο Μύρτσο στον τοίχο.
Φοράει και άσπρα σοσόνια για να θυμίζει την Τζουλιέτα Μασίνα. Θηλυκοί κλόουν και οι δυο.
Μετά τα βγάζει τα λουστρίνια και τα κλείνει στο κουτί. Τη χτυπήσανε πάλι, αλλά δεν το δείχνει.
● Γιατί στο ΚΤΕΛ του Κηφισού;
Η μισή μου ζωή είναι σ’ αυτό το ΚΤΕΛ, πάνω-κάτω.
● Τι είναι εδώ;
Θα έρθει να με πάρει το γουρούνι; Θα με περιμένει; Θα τον δω με άλλη; Με ποιον θα καθίσω δίπλα;
Είναι μεγάλη ιστορία με ποιον θα καθίσεις στο λεωφορείο, γιατί υπάρχει πάντα η αναμονή πως μπορεί ο μεγάλος σου έρωτας να είναι ο διπλανός σου.
Εγώ παίρνω θέση παράθυρο για να είμαι προστατευμένη, να κάνω και λίγο τη μυστήρια.
● Την παράξενη ταξιδιώτισσα;
Ετσι ακριβώς, αλλά δεν μου ’τυχε, Χρήστο. Δεν πειράζει, είμαι μικρή ακόμα.
● Γεννιέσαι στη Λάρισα, σπουδάζεις στην Κέρκυρα, ζεις και διδάσκεις σε νυχτερινό Λύκειο στην Ξάνθη. Πες μου ένα στοιχείο από τον περιπλανώμενο επαρχιώτη εαυτό σου που το αγαπάς.
Το ότι παραμένει επαρχιώτης και ονειρεύεται την πρωτεύουσα. Να πάμε στην πρωτεύουσα, να ανάψουν τα φώτα, να δούμε κόσμο.
● Το Μινιόν…
Το Μινιόν ακριβώς, στολισμένη η Αθήνα, αυτό πραγματικά, δεν πληρώνεται με τίποτα. Δεν μπορεί να το ζήσει ο πρωτευουσιάνος.
● Τις κυλιόμενες σκάλες;
Τον Κ. Μαρούση με τη συχωρεμένη τη σύζυγό του. Αυτά.
Κι ότι θα γνωρίσω πάλι τον έρωτα της ζωής μου σ’ ένα πολυκατάστημα των Αθηνών.
Γιατί εμείς οι επαρχιώτες έχουμε την αίσθηση πως στην Αθήνα γίνονται διάφορα. Περπατάς…
● Και σου ’ρχεται ένας έρωτας;
Ενας ατζέντης, ένας εκδότης, οτιδήποτε.
● Είμαστε επαρχιώτες του αισθήματος;
Είμαστε πρωτευουσιάνοι του αισθήματος. Εκεί είμαστε μεγάλες πρωτεύουσες, από Μόσχα και πάνω.
● Σαλόνι το αίσθημα;
Διά χειρός Βαράγκη. Και θα τα πάρω και ακριβά γιατί γουστάρω κι ας με κλέβουν. Θα πάω να το πάρω το σαλονάκι…
● Θέλεις να σ’ έχουν βασίλισσα;
Λέω ότι θέλω αλλά ψυχικά είμαι δούλα. Μην το ψάχνεις, είναι ψυχιατρικής φύσεως.
● Θα του σιδερώσεις και το πουκάμισο;
Ναι, ναι, ναι. Αλλά στο μυαλό μου είναι το ΚΤΕΛ. Ο δρόμος.
● Μια ζωή σε θυμάμαι να φεύγεις. Από πού φεύγεις, πού φτάνεις;
Από μένα, σε μένα.
● Πού επιστρέφουμε;
Σ’ εμάς. Η βάση μας είναι η σπλήνα και το συκώτι μας. Θα σου πω το φοβερό που είχε πει στη Μελίνα ένας γιατρός: «Κυρία μου, έχετε τέλεια σπλήνα».
Αυτό για μένα είναι η ωραιότερη ερωτική εξομολόγηση.
Να μου το πει ένας γιατρός, ας πούμε. «Τι υπέροχο συκώτι που έχετε».
Και πιστεύω στην έσω ομορφιά. Η έσω ομορφιά δεν είναι μόνο η ψυχική, είναι και τα εσωτερικά όργανα.
Αλλά πού να βρεθούν αυτοί οι αντραίοι, που έλεγε και η γιαγιά μου.
● Που θα αγαπήσουν την καρδιά σου ως όργανο;
Ως όργανο ζωτικό.
● Πες μου για το νυχτερινό Λύκειο. Εχω την εντύπωση ότι δεν θα μπορούσες να είσαι σε ημερήσιο.
Οχι, τ’ αγαπάω αυτά τα παιδιά, τα λατρεύω. Φτάνουν με απίστευτα ΚΤΕΛ, κάνουν κι αυτά διαδρομές.
Ζευγάρια με πέντε παιδιά που έρχονται μετά από 20-30 χρόνια μακριά από το σχολείο.
Το γουστάρουν, γουστάρουν τη μόρφωση. Μου λέει μια μαθήτρια «πάω να κλειδώσω πάνω» και της λέω «θα σ’ αφήσω μέσα, βρε».
Και μου απαντάει «αχ, τι ωραία να κοιμηθώ εδώ».
Οταν το έχεις στερηθεί το σχολείο, το θέλεις σαν τρελός. Εντάξει, για μένα είναι ευτυχία.
● Ανοίγεις ένα πορτάκι σ’ αυτά τα παιδιά;
Ενα φινιστρίνι. Να λένε και καμιά καλή κουβέντα μετά, δεν είναι ωραίο;
● Ξέρω ότι ξυπνάς νωρίς. Γράφεις πρωί;
Γράφω νωρίς γιατί εκεί είναι ελεύθερος ο χρόνος μου.
Εχω μεγάλη ευκολία στο πού, στο πώς.
● Οπου σε βάλουν;
Εκτός από τους δημόσιους χώρους. Δεν είμαι από κείνους που βγάζουν ένα τετράδιο και γράφουν στο καφέ.
Είμαι μοναχόλυκος. Θέλω την τρύπα μου για να γράψω. Το λαγούμι.
● Πιστεύεις στη σεμνότητα; Την έχεις;
Ναι, νομίζω πως έχω σεμνότητα γιατί αυτο-κανιβαλίζομαι. Αυτό είναι σεμνότητα. Να καταλαβαίνεις το γελοίον του πράγματος. Το ότι θα μας φάνε τα σκουλήκια είναι σεμνότητα.
● Εχω την αίσθηση πως στη ζωή σου πρωταγωνιστεί ο τόπος. Λάρισα, Βόλος, Κέρκυρα, Ξάνθη, και ο χρόνος είναι κομπάρσος. Η ποίησή σου είναι ένας τόπος. Μπορείς να μου τον περιγράψεις;
Οι άνθρωποι είναι μέσα σε τόπους. Και τους αγαπάω αυτούς τους τόπους γιατί είναι ο Γιάννης, ο Νίκος, ο Τάκης, ο Λάκης.
Αυτό που δεν κατάφερε ποτέ η τέχνη να μου δώσει είναι η δυνατότητα να διακρίνω την ομορφιά των τόπων.
Είτε με πας στο πλυσταριό και με χώσεις, είτε με πας ψηλά να δω τη θέα, δεν την βλέπω, Χρήστο, καθόλου.
Η θέα είναι ποιος είναι δίπλα μου, ποιος ήτανε, ποιος θα είναι.
● Τα ποιήματά σου είναι ιστορίες πίσω από ανθρώπους;
Και επικλήσεις. Ελα, φύγε, μείνε… Και οι άνθρωποι είναι και ζωντανοί και νεκροί, εννοείται.
● Ο Παπαγιώργης είχε αναφέρει κάποτε μια επίσκεψη στο ατελιέ του Εγγονόπουλου, στα φοιτητικά του χρόνια. Είχε πάει με λαχτάρα να ακούσει για την ποίηση και τη ζωγραφική κι εκείνος παραπονιόταν που ακρίβυνε η φέτα.
Πόσο στεναχωριέμαι που δεν τον γνώρισα τον Εγγονόπουλο να ανοίγουμε συζητήσεις κοινού ενδιαφέροντος.
● Για τη φέτα; Για το κασέρι;
Το Αμφιλοχίας είναι το καλύτερο.
● Γίνεται ποίηση το σούπερ μάρκετ; Τα τυριά του Μασούτη; Κι εντέλει την ποίηση όπου τη βρεις ή όπου σε βρει; Την κυνηγάς ή σε ανακαλύπτει;
Δεν υπάρχει ραντεβού. Βρισκόμαστε. Αλλά δεν κυνηγάω ποτέ κάτι. Ποτέ ποτέ.
● Αφήνεις να σε βρει.
Σε βρίσκει, τη βρίσκεις, αλλά υπάρχει αλληλοαναγνώριση. Το ξέρεις ότι τώρα αυτό θα γίνει ποίημα.
● Πώς το αναγνωρίζεις;
Το αναγνωρίζεις γιατί χτυπάνε τα συκώτια πάλι. Είμαι πολύ σωματικός άνθρωπος κι ας μην το δείχνω.
Δεν έχω καμία σχέση με το διανοητικό, το εγκεφαλικό. Χτυπάνε τα όργανα.
Μέχρι και οι πατούσες χοροπηδάνε. Το νιώθεις, όπως και στον έρωτα.
Το τικ τακ που έλεγε η Αλίκη στο «Χτυποκάρδια στα θρανία».
Οταν είδε τον γιατρό ήξερε, άκουσε το τικ τακ. Οταν δω εγώ το ποίημα, ξέρω.
● Δείχνεις να μετακινείσαι διαρκώς από την πραγματικότητα σε κάτι που δεν έχει καμιά σχέση με αυτή.
ΚΤΕΛ είναι κι αυτό. Ιπτάμενα ΚΤΕΛ. Δεν υπάρχουν κάτι ΚΤΕΛ Πήγασος που το λογότυπό τους έχει φτερά; Με αυτά μετακινούμαι.
● Μια κρυφή ή και φανερή αίσθηση ποιητικής ειρωνείας ενώνει την «Θεόδωρο Κολοκοτρώνη» με το «Σόι» της Τζένης Μαστοράκη, στην οποία αφιερώνεται και το βιβλίο. Σαν να γράφεται σήμερα, αλλιώς, από άλλον άνθρωπο, η σκυτάλη όμως υπάρχει.
Ούτε μπορώ να το σχολιάσω γιατί την Τζένη Μαστοράκη την έχω στα ψηλά τα ράφια, τα άπιαστα.
● Αλλά υπάρχει και το κορίτσι που θα κάνει και την πλάκα του.
Αυτό λατρεύω στην Τζένη. Εχει περάσει όλο το δράμα και ύστερα θα τραβήξει την κλωστίτσα και θα ξεφτίσει το εργόχειρο.
Γιατί άμα δεν το ξεφτίσεις είναι πολύ επικίνδυνα τα πράγματα.
● Από ποια άποψη;
Επικίνδυνα για τους άλλους, επικίνδυνα και για σένα. Θεωρώ ότι αν δεν τραβήξεις την κλωστή, το ντεμισέ, η ζωή γίνεται πολύ βαρετή και μεταδίδεις στους άλλους και βαρεμάρα και βάρος.
Μου ήρθε πάλι αυτό που με ρώτησες, για τη σεμνότητα.
Θεωρώ έλλειψη σεμνότητας την υπερβολική σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζει κανείς το έργο του.
Αυτή είναι η έλλειψη της σεμνότητας.
● Η ποίηση γίνεται από ευτελή υλικά; Αντιποιητικά; Υφίσταται καν ο διαχωρισμός;
Δεν νομίζω. Οπου τα βρει ο καθένας τα υλικά του. Αλλά εγώ προτιμώ τους σκουπιδότοπους. Μ’ αρέσουν.
● Η μίνι φούστα ή μια ντισκόμπαλα μπορεί να είναι ποίηση;
Μα είναι. Εκ των ων ουκ άνευ. Οχι, βέβαια, μόνο αυτά.
Ο καλλιτέχνης είναι πολύ σοβαρός άνθρωπος, αλλά δεν χρειάζεται να το δείχνει.
● Δεν παραλείπεις να δηλώνεις τις αγάπες σου και να τους ανάβεις κεράκι. Ο Κόντες πρώτος απ’ όλους. Και η αλυσίδα είναι μακριά και φτάνει μέχρι τον Δενέγρη. Τους μιλάς; Ποίηση σημαίνει να μιλάμε με τους νεκρούς όπως δεν μπορούμε να μιλήσουμε με τους ζωντανούς;
Τους ζητάω πράγματα. Είναι οι άνθρωποί μου και μάλιστα με κάποιους θεωρώ πως άμα δεν μου δώσουν την άδεια δεν πρόκειται να προχωρήσω.
Σέβομαι πάρα πολύ το πέρασμα των ανθρώπων στη γη. Δεν γλιτώνουμε τελειώνοντας.
● Δεν υπάρχει το όριο;
Εφυγε ο Κόντες αλλά ο Κόντες είναι εδώ και κοιτάει τι λες γι’ αυτόν.
Είναι σκυλί μαύρο από πάνω σου. Κι αν τον προσβάλεις, θα το πληρώσεις.
Θα σου κλείσει την πόρτα.
● Αρα η αγάπη μας σ’ αυτούς είναι το χρέος μας;
Που δεν το ξεχρεώνουμε ποτέ. Και γαμώτο, δεν μπορείς να λες ότι διαβάζεις ποίηση, αγαπάς την ποίηση και να προσπερνάς τον Στεριάδη.
Τον αγαπάς, αλλά τι κάνεις γι’ αυτόν; Δεν μπορείς να του πληρώσεις το νοίκι πλέον.
Δεν μπορείς να του πας μια τυρόπιτα ζεστή, να τον κεράσεις ένα ποτό.
Αλλά μπορείς να κάνεις κάτι γι’ αυτόν εκεί που είναι. Κι εκεί που είναι τι θέλει; Τη σκέψη σου.
● Σκέφτεσαι με την καρδιά σου;
● Εμένα μου συνέβη μετά τα 50 αυτό.
Θέλω να είμαι ντόμπρα πια. Δεν έχω περιθώρια να μην είμαι. Αρκετά τα θολώσαμε τα νερά.
● Παίξαμε τους ρόλους μας.
Ναι, αυτό το μελανζέ, το από δω κι από κει. Από κάποια στιγμή και μετά, παίζει και η ηλικία ρόλο, πιστεύω πως πρέπει να είσαι ντόμπρος.
● Στο ποίημα «ΝΑΝΑΤΖΕΝΗΦΡΙΝΤΑΕΡΣΗΜΑΡΙΑΒΕΡΟΝΙΚΗ» βλέπω να κρύβεται μια παιδική επιθυμία, «κορίτσια, θα με κάνετε παρέα;»
Ναι, ναι, ακριβώς. Θα με χάιδευαν, θα ήμουνα το «τσαμένο» που λέει κι η Φρίντα, «τι καλό που είσαι εσύ» και τέτοια.
Με φαντάζομαι σ’ αυτή την παρέα με τα χέρια κάπως αμήχανα.
● Σε φαντάζεσαι να τις κοιτάζεις;
Να τις κοιτάζω και να με αφήνουν στη γωνίτσα μου, όχι όμως του πεταματού, και πού και πού να λένε «σε συμπαθούμε, σε αγαπάμε, θα σε πάρουμε μαζί μας».
● Σαν τα μεγαλύτερα κορίτσια που πηγαίνανε στην ντισκοτέκ και παίρνανε και τη μικρή μαζί;
Ακριβώς, και της δίνανε πού και πού σημασία. Είχανε αυτές τα φλερτ τους τα μεγάλα, ήτανε θεές. Οι θεές της ντίσκο, αλλά και το μιτσό χωνότανε κι αυτό και είχε και τα τυχερά του.
● Τώρα θέλω να μου πεις για την καθεμιά τους, τι θα τη ρώταγες. Τη Νανά Ησαΐα.
Θα τη ρωτούσα τι σαμπουάν χρησιμοποιεί κι έχει τόσο υπέροχα στιλπνά μαλλιά.
● Τζένη Μαστοράκη. Τι θα της έλεγες;
Σ’ αγαπώ.
● Φρίντα Λιάππα.
Πήρες τον μεγάλο δρόμο.
● Θα της το τραγουδούσες;
● Ερση Σωτηροπούλου.
Θέλω να γνωρίσουμε πολλά αγόρια.
● Μαρία Μήτσορα.
Θα με πάρεις και μένα στο ξενοδοχείο των δυτών;
● Βερονίκη Δαλακούρα.
Εχετε γράψει σέξι ποιήματα.
● Πες μου για τα θεατρικά που γράφεις. Είναι μια άλλη ανάσα από την ποίηση;
Είμαι το κοριτσάκι που γράφει και χαίρεται πάρα πολύ.
● Ποτέ δεν ήθελες να βγεις στη σκηνή;
Ναι, όχι όμως του θεάτρου. Πίστα, Μαίρη Βάσου, Μαριάνθη Κεφάλα.
Δυνατές, σκληρές και εύθραυστες γυναίκες.
● Με τη σκόνη από τα γύψινα πιάτα στα πόδια;
Αυτά μας κάνανε οι αλήτες, μας τα κατήργησαν.
● Με το θέατρο όμως τι γίνεται; Εκεί μοιάζεις να αφήνεσαι στο δράμα.
Δεν αφήνομαι πουθενά. Το θέατρο μου δίνει αυτό που λένε όλοι, ελευθερία.
Δεν υπάρχει κανόνας. Κυριολεκτικά τώρα, μου έσωσε τη ζωή το θέατρο.
● Με ποιον τρόπο;
Επειδή δεν συμμετέχω σε τίποτε, γράφω μόνο και καμιά φορά δεν ξέρω καν ποιος θα το παίξει.
Και όταν πάω να το δω, κάνω σαν μικρό παιδί. Είναι δικό μου αυτό. Το παίζουν.
Είναι τα λόγια μου. Θέλω να σκουντήσω τον διπλανό, «εγώ το έγραψα».
Είναι πολύ μεγάλη χαρά.
● Θυσιάζουμε τη φαντασία για να ζήσουμε την πραγματικότητα;
Την παραλλάσσουμε. Θεωρώ τον εαυτό μου ένα ουσιαστικό το οποίο είναι αμετακίνητο, ακλόνητο, βράχος θελήσεως, και αλλάζω επίθετα, συνέχεια.
● Ισχύει και για τον έρωτα;
Με ό,τι αγγίζει το ουσιαστικό μου. Τα επίθετα φεύγουν, τα επίθετα εναλλάσσονται.
Αλλάζουν με τρελό ρυθμό, αλλά το ουσιαστικό δεν κλονίζεται.
● Με ποιους μένεις;
Κουβαλάω ένα γερό κύτταρο οικογένειας που τίποτα δεν θα με μετακινούσε απ’ αυτό.
Θα έπαιζα πάλι με τα επίθετα, αλλά θα ήμουνα εκεί.
Τα παιδιά μου για μένα είναι η απόλυτη σταθερά. Δεν καλλιτεχνίζουμε.
Και επίσης πιστεύω πάρα πολύ στο ότι παίρνεις κάποιες συγκεκριμένες αποφάσεις ζωής.
Τα παιδιά είναι το ουσιαστικό και αλλάζουμε, τερατωδώς αλλάζουμε, αλλά μένουμε εκεί.
● Και από ποιους φεύγεις;
Πλέον από τους μοχθηρούς. Δεν έχω περιθώρια να ασχοληθώ με το κακό. Είναι περιττό.
Ούτε είμαι η πολεμίστρια του φωτός.
Επίσης η λέξη που σιχαίνομαι είναι το μετερίζι.
Είναι απ’ αυτά που μπορεί να μ’ αρρωστήσουν, να πάθω τύφο.
● Εμένα το λιθαράκι.
Και πολλές άλλες, αλλά από κει που είμαι τους πετάω τσιχλόφουσκες.
Θεωρώ ότι και στο κακό, ας πούμε, αν του βάλεις ροζ φουντίτσα, το γελοιοποιείς.
● Οταν πηγαίνουμε στον Αγιο, θα ανάβουμε κερί ο ένας για τον άλλο;
Ναι, γι’ αυτό είναι τα κεριά, για να τ’ ανάβουμε μεταξύ μας.
Aμάραντα – Μια κωμωδία ζωής και θανάτων από την bijoux de kant
Κείμενα: Παύλος Μάτεσις και Γλυκερία Μπασδέκη
Σκηνοθεσία: Γιάννης Σκουρλέτης
Ερμηνεύουν οι: Αλέκος Συσσοβίτης, Μαρία Πανουργιά, Μπέττυ Βακαλίδου, Aλέξανδρος Παπαϊωάννου.
Θέατρο Faust, από 22 Δεκεμβρίου
