Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σκέφθηκα να ξαναρωτήσω, λόγω της εγχώριας «επικαιρότητας», τον «παππού» (βλ. το βιβλίο μου: Ο Marx στον καθρέφτη, 2014: 44, 45, 46, 280) για το πώς έθετε το ζήτημα της θρησκείας, με μια σειρά διαδοχικών ερωταποκρίσεων. Ητοι:

1. Τι οφείλεις στον Feuerbach ως προς την «κριτική της θρησκείας»;

Δεν ξεχνώ τη συμβουλή που δίδω, αμέσως μετά την ανάγνωση αυ­τού του βιβλίου, στους «απροσγείωτους ιδεολόγους και φιλοσόφους» να απελευθερωθούν από τις «έννοιες και τις προ­καταλήψεις της έως τώρα ενατενιστικής φιλοσοφίας» και να «προ­σεγγίσουν τα πράγματα διαφορετικά». Δηλαδή, «όπως είναι» και να «πλησιάσουν» έτσι την «αλήθεια» και μέσω αυτής την «ελευθερία».

Επεδίωξα με τη σκέψη και τη δράση μου να γίνω από «θεολόγος» «ανθρωπολόγος», για να σταθώ στον Feuerbach (1848/49: 28/29), την κύρια πηγή της αρχικής μου «Religionskritik», από «θρησκευ­τικός και πολιτικός εκπρόσωπος της ουράνιας και γήινης μοναρ­χίας ελεύθερος και συνειδητός πολίτης της γης».

Νεαρός λοιπόν, κατονομάζω τον συγγραφέα της Ουσίας του χριστιανισμού που είχε τοποθετήσει το «μυστικό της θεολογίας» στην «ανθρωπολογία» (1843: 246-248), με αφετηρία τη θέση ότι «ο άνθρωπος δημιουρ­γεί τη θρησκεία, όχι η θρησκεία τον άνθρωπο» (Marx 1843/1844: 378). Βέβαια δεν αποτολμώ μόνο να μετατρέψω τα θεολογικά θέ­ματα σε εγκόσμια, αλλά και συνειδητοποιώ ότι ο «άνθρωπος δεν εί­ναι κάποιο αφηρημένο πλάσμα που κατοικεί έξω από τον κόσμο». Γι’ αυτόν ο άνθρωπος «είναι ο κόσμος του ανθρώπου, το κράτος, η κοινότητα».

Εδώ αναζητώ την κοινωνική καταγωγή της θρησκείας, που συγκροτεί την «αντιστραμμένη συνείδηση του κόσμου» και εκ­φράζει την «καρδιά ενός άκαρδου κόσμου και την ψυχή των άψυ­χων καταστάσεων», καθώς και την απαίτηση να μετασχηματιστεί η «κριτική της θεολογίας σε κριτική της πολιτικής» (1843/1844: 379). Οσοι ακολουθούν το παράδειγμά μου και εμπλουτίζουν τη μέθοδό μου αξιοποιώντας τα νέα δεδομένα των επιστημών, με την επίγνωση ότι η ανάπτυξή τους δεν ολοκληρώθηκε με το έργο μου υιοθετούν κάθε φορά μια τακτική «ανηλέητης κριτικής του υπάρχο­ντος» (Σεπτ. 1843:344).

2. Πώς δρα το «Opium des Volks»;

Οπως προείπα, από το «Aroma» στο «όπιο» (1843/1844: 378): για τον «αναστεναγμό του καταπιεσμένου πλάσματος» ή για τη «διαμαρτυρία εναντίον της πραγματικής αθλιότητας»;

3. Πέρασες από τον «άνθρωπο» στον «κόσμο» του;

Πράγματι, στο «κράτος, στην κοινότητα» («Sozietat»). Σε ό,τι δη­μιουργεί την «ανεστραμμένη συνείδηση του κόσμου», με την επίγνωση ότι η «ανθρώπινη ουσία δεν έχει μια αληθινή πραγματικότητα». Με άλλα λόγια το ζήτημα ήταν πώς να μετατρέψουμε την «κριτική της θρησκείας σε κριτική του δικαίου» και αντίστοιχα την «κριτική της θεο­λογίας σε κριτική της πολιτικής» (1843/1844: 378, 379).

4. Τι τρέφει το ανιστορικό βλέμμα του Feuerbach;

Ας το επαναλάβω: ο «αισθητός κόσμος», στον οποίο δραστηριο­ποιείται ο άνθρωπος, δεν εκλαμβάνεται ως αποτέλεσμα της «δρα­στηριότητας πολλών ανθρώπινων γενεών» και ιδίως ως προϊόν της βιομηχανίας (Engels-Marx 1845: 43).

5. Πότε έχασες το ενδιαφέρον σου για τη θρησκεία;

Από τα πρώτα μου δημοσιεύματα την κατέστησα «προϋπόθεση κάθε κριτικής» (1843/1844: 378/379). Με κύρια αιχμή την αντι­στροφή: «Ο άνθρωπος κάνει τη θρησκεία, δεν κάνει η θρησκεία τον άν­θρωπο». Με την αποδοχή αυτή μπορεί να «περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του», δηλαδή «γύρω από τον πραγματικό του ήλιο».

Γι’ αυτό και η «κριτική του ουρανού μετατρέπεται σε κριτική της γης» και αντίστοιχα, όπως είπα, η «κριτική της θρησκείας σε κριτική του δικαίου» ή η «κριτική της θεoλογίας σε κριτική της πολιτικής». Το μό­νο που εισηγήθηκα, πολύ αργότερα, ήταν να μπορεί ο καθένας να «ικανοποιεί τις θρησκευτικές και σωματικές του ανάγκες χωρίς να χώνει τη μύτη της η αστυνομία» (1875: 31).

Στο ίδιο κείμενο παρατηρούσα ότι τα άτομα «αν δεν ήταν άνισα, δεν θα ήταν και ξεχω­ριστά». Πρόκειται για μια παραλλαγή της παλαιότερης κοινής μας διατύπωσης: οι «κομμουνιστές κάθε άλλο παρά θέλουν να καταρ­γήσουν» τον «ατομικό άνθρωπο» στο όνομα του «γενικού ανθρώ­που» (Engels-Marx 1845/6: 71-77, 424-425).

6. Να επιμείνω: «θρησκεύεσθαι» και αστυνομοκρατία πά­νε μαζί;

Η ελευθερία της σκέψης και των πεποιθήσεων επιβάλλεται να κα­τοχυρωθεί και κατά τη διαδικασία μετάβασης στη νέα κοινωνία ως «ελάχιστο» αστικό αίτημα: «Ο καθένας πρέπει να ικανοποιεί τις θρησκευτικές και σωματικές του ανάγκες χωρίς να χώνει τη μύτη της η αστυνομία». Επομένως, χωρίς να χάνεται από τον παρόντα ιστορικό ορίζοντα η αξίωση του «κομμουνισμού» να «απελευθερώ­σει τις συνειδήσεις από το φάντασμα της θρησκείας» (1875: 31). Ή, «vom religiösen Spuk»…

7. Θα εκλείψει ο χριστιανισμός στους κόλπους της σοσια­λιστικής, έστω, κοινωνίας;

Αναμφίβολα δεν θα πρόκειται για «σοσιαλισμό των παπάδων» ούτε για «χριστιανικό ασκητισμό με κάποια χροιά σοσιαλισμού», όπως επιμένουμε στο Μανιφέστο (1848: 483, 484, 480, 481), χωρίς να αποδεχόμαστε την κατηγορία που μας είχε εκτοξεύσει η αστική τάξη ότι «καταργούμε τη θρησκεία».

Αλλά και χωρίς να εισηγού­μαστε κάποιο μέτρο —ώσπου να συντελεσθεί η «ολοσχερής εξαφά­νιση των ταξικών αντιθέσεων»— για την «ανατροπή» του χριστιανι­σμού ως βοηθητικού μοχλού στην «Umwälzung του όλου συστή­ματος της παραγωγής». Πάντως είχα ασχοληθεί με τα «κοινωνι­κά αξιώματα του Χριστιανισμού» (5.9.1847: 200-201· βλ. 1867: 93), υποδεικνύοντας στη συνέχεια ότι το μονεταριστικό σύστημα είναι «ουσιαστικά καθολικό» και το πιστωτικό σύστημα «ουσιαστι­κά προτεσταντικό» (1894: 606). Προφανώς τέτοιοι παραλληλισμοί θα απολέσουν την ιστορική τους γείωση…

* ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων