Οταν πρωτάκουσα για το έκτακτο βοήθημα που θα δοθεί στους χαμηλοσυνταξιούχους, ήρθαν στον νου μου «Τα χρήματα», ένα διήγημα του Αγγελου Βλάχου που είχε δημοσιευτεί το 1886.
Ο συγγραφέας περιγράφει την καθημερινή ζωή δύο οικογενειών που κατοικούν σε αντικριστά σπίτια. Το πρώτο είναι μια χαμοκέλα με χωμάτινη αυλή, όπου ένα τσούρμο παιδιά, αχτένιστα, ρακένδυτα, ξυπόλητα αλλά εύρωστα και ροδοκόκκινα, παίζουν «εν φωναίς και θορύβω» συνυπάρχοντας με τις κότες, έναν μολοσσό κι έναν γάιδαρο, το μεταφορικό μέσο του βιοπαλαιστή πατέρα.
Το δεύτερο είναι ένα μέγαρο, όπου κατοικεί ένα άτεκνο ανδρόγυνο με πολλούς υπηρέτες, αμάξια, αλλά και πολλή πλήξη και μοναξιά. Η πλούσια κυρία βλέπει από ψηλά τους χαρούμενους γείτονες και λιώνει από τον καημό της. «Αυτοί οι πτωχοί με το τίποτα είναι πάντα ευχαριστημένοι, εύθυμοι, διασκεδάζουν αδιάκοπα, τραγουδούν, χορεύουν…».
Βλέποντας τη θλίψη της, ο σύζυγός της, ένας εκατομμυριούχος χρηματιστής, εφαρμόζει ένα απλό σχέδιο ώστε να σιωπήσουν οι γείτονες και να πάψει η διασκέδαση και ο θόρυβος: δωρίζει στον πολύτεκνο πατέρα 500 τάλιρα χωρίς κανένα αντάλλαγμα.
Η μαύρη σκιά του χρήματος πέφτει πάνω από το φτωχό σπιτικό. Αϋπνία, αγωνία και καμία όρεξη για τραγούδι και χορό. Για πρώτη φορά το φτωχό ζευγάρι τσακώνεται με αφορμή το πώς θα διαθέσουν το ουρανοκατέβατο ποσό.
Να ανοίξει οινοπωλείο ή καφενείο; αναρωτιέται ο μέχρι χθες «ημερόβιος εργάτης», που έχει γεράσει κι έχει βαρεθεί την αξίνα. Για πρώτη φορά δεν βγαίνει για μεροκάματο.
Πηγαίνει στο καφενείο, κερνά και κοκορεύεται στους φίλους του και καταλήγει στο καπηλειό. Γυρίζει σπίτι μεθυσμένος, χωρίς να φέρει ψωμί για την οικογένεια, δέρνει τη γυναίκα του και τα παιδιά του.
Την άλλη μέρα επιστρέφει μετανιωμένος τα χρήματα στον ευεργέτη του και του εξηγεί: «Δεν είμαστ’ εμείς άνθρωποι για χρήματα… μας χαλούν εμάς τα χρήματα».
Το ηθικό -και κάθε άλλο παρά προοδευτικό- δίδαγμα του διηγήματος είναι αυτονόητο, δηλαδή το χρήμα δεν φέρνει την ευτυχία. Το αντίθετο. Επομένως, τα τελευταία μνημονιακά χρόνια εκατομμύρια Ελληνες κολυμπούν σε μια θάλασσα ευτυχίας.
Ομως τώρα υπάρχει κίνδυνος, σε πολλά σπίτια ωφελούμενων χαμηλοσυνταξιούχων να πέσει κατήφεια και να ξεσπάσουν καβγάδες με αφορμή το πώς θα αξιοποιηθεί το βοήθημα.
Με 300-700 ευρώ μπορείς να πληρώσεις τον ΕΝΦΙΑ και άλλους λογαριασμούς, να επισκευάσεις το αυτοκίνητο (αν υπάρχει αυτοκίνητο) ή τα δόντια σου (αν υπάρχουν ακόμα δόντια), να αγοράσεις πετρέλαιο ή ένα τάμπλετ για το εγγονάκι (αν υπάρχει εγγονάκι).
Να πιεις καφέ καθιστός στην καφετέρια ή να συνεχίσεις να αγοράζεις καπουτσίνο σε πλαστικό κυπελλάκι και να τον πίνεις στο παγκάκι, όπως κάνουν αναρίθμητοι ηλικιωμένοι τα πρωινά.
Με τόσα διλήμματα, πώς να έχει ο συνταξιούχος κέφι να παίξει το μπουζούκι του, όπως έκανε ο βιοπαλαιστής στο διήγημα; Θα ανοίξει την τηλεόραση για να δει άλλους να τραγουδούν και να χορεύουν στα τάλεντ σόου του Σκάι και του ΑΝΤ1.
Και αν μάλιστα ξεσπάσουν και οικογενειακοί καβγάδες, ίσως μπει στον πειρασμό να επιστρέψει στο κράτος το βοήθημα, όπως εκείνος ο θρυλικός συνταξιούχος, ο οποίος, σύμφωνα με τον Γιώργο Παπανδρέου, θέλησε το 2010 να προσφέρει στην πατρίδα τη σύνταξή του.
