Ο ημιασκεπής, πολυλογάς σερβιτόρος του καφέ τον αγνοούσε επιδεικτικά και για ώρα. Αεικίνητος, πήγαινε ασταμάτητα πέρα-δώθε μέσα στο κατάστημα, στριγκλίζοντας υπόκωφα ένα πληκτικό και ξεπερασμένο ρεπερτόριο και κυνηγώντας τα περιστέρια που με θράσος τρυπώνανε μέσα στην αίθουσα απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα της αυλής, με την προσδοκία να πλιατσικολογήσουν κάποιο ξεχασμένο μπολ με ξηροκάρπια.
Ανάμεσα στις λιγοστές παραγγελίες και στο φαιδρό κυνηγητό των αστικών πτηνών, ο σερβιτόρος έβρισκε άφθονο χρόνο να χαριεντίζεται με τη μόνιμη πελατεία, αλλά προφανώς όχι αρκετό για να έρθει και σ’ αυτόν, να τον ρωτήσει τι θα επιθυμούσε. Απ’ όλα τα τραπέζια είχε διπλοπεράσει, ν’ αδειάζει και να φορτώνει τον δίσκο του, εκτός απ’ το δικό του.
Αυτή η άσκοπη αναμονή είχε αρχίσει να τον εκνευρίζει. Ηταν ήδη εξαντλημένος απ’ το πρωινό του, που το ξόδιασε στις τράπεζες και στα καταστήματα, πληρώνοντας ληξιπρόθεσμες οφειλές στην εφορία και τέλη κυκλοφορίας κι αναζητώντας ανταλλακτικά για κάποιες χαλασμένες, από καιρό, ηλεκτρικές συσκευές.
Το μικρό μασούρι από χαρτονομίσματα που φούσκωνε στην τσέπη του όταν ξεκίνησε απ’ το σπίτι -και που ένας Θεός μονάχα ξέρει πώς κατόρθωσε να το συγκεντρώσει όλο τον προηγούμενο καιρό- εξανεμίστηκε σε ελάχιστο χρόνο, σε αντίθεση με τις οικονομικές του εκκρεμότητες που, αν και προσώρας κατευνάστηκαν, σύντομα θα πέταγαν καινούργια κεφάλια και θ’ απειλούσανε ξανά να τον καταπιούνε.
Είχε τυλίξει άλλα σχέδια μέσα σ’ αυτό το μασουράκι, καθώς το τάιζε μ’ ευλάβεια εδώ και μήνες· αφού αποπλήρωνε τις εκκρεμότητές του, θ’ αγόραζε, τάχα, τα δώρα των παιδιών του για τα Χριστούγεννα, που είχανε στείλει κιόλας το γραμματάκι τους στον Αϊ-Βασίλη απαριθμώντας τις ταπεινές επιθυμίες τους, υπ’ όψιν Αρχικαλικάντζαρου, παρακαλώ, μη γίνει κανένα μπέρδεμα και το γράμμα παραπέσει.
Ποιος ξέρει, ίσως αγόραζε κι ένα αξιοπρεπές ζευγάρι παπούτσια για τον ίδιο, να μην κυκλοφορεί με τα ξεπατωμένα. Τι να το κάνεις, όμως, που όλες τις προηγούμενες ημέρες έτρεχε απ’ τον παιδίατρο στο φαρμακείο και τανάπαλιν, καθότι οι ιώσεις του χειμώνα είχανε άλλη γνώμη· χάλασε και ο γρύλος στο παράθυρο του αυτοκινήτου, δεν είναι να κυκλοφορείς με το παράθυρο να χάσκει μέσα στο καταχείμωνο, πάει το μασουράκι, το δάγκωσε η ανωτέρα βία πριν το αποτελειώσουνε τα ανελαστικά.
Περπατώντας στην παγωνιά της πόλης, μπας και φυσήξουνε οι κρύοι αγέρηδες τις έγνοιες του να τις ρίξουνε για λίγο σε χειμερία νάρκη, βρέθηκε μπρος στο καφέ. Εχωσε το χέρι του στην τσέπη, κροταλίσανε τα κέρματα που είχαν απομείνει μέσα σαν τελευταίοι ένοικοι κι ίσα που φτάνανε για ένα καφεδάκι, μαζί με το φιλοδώρημα.
Πόθησε τη γλύκα του ζεστού καφέ, να βυθιστεί μέσα στην κούπα του, να ξεχαστεί στο άρωμά του και να τον ταξιδέψει η γεύση του. Ούτε που το σκέφτηκε δεύτερη φορά· τράβηξε τη συρόμενη πόρτα και στρογγυλοκάθισε στην πιο βολική καρέκλα που βρήκε μπροστά του.
Δεν είναι πως ο σερβιτόρος δεν τον πρόσεξε, καθώς καλημερίστηκαν στην είσοδο. Κι άλλοτε, δεν θα τον ενοχλούσε τόσο ετούτη η καθυστέρηση· θα έκανε ένα νεύμα και θα τελείωνε η υπόθεση. Σήμερα, όμως, δεν ήτανε κατάλληλη η μέρα για να τον κάνει να νιώσει ανήμπορος ακόμα και ο σερβιτόρος.
Αφησε πέντε λεπτά επάνω στο τραπέζι για την… εξυπηρέτηση και ξαναβγήκε απαρηγόρητος στο κρύο και στις έγνοιες.
