Μπορεί στην Ελλάδα να έχουμε προσελκύσει επενδύσεις 20 δισ. ευρώ τις τελευταίες δεκαετίες από γερμανικές επιχειρήσεις, όμως το πραγματικό βαλκανικό «πάρτι» γερμανικών επενδύσεων δεν γίνεται εδώ αλλά στη Ρουμανία και τη Σερβία.
Οι δύο αυτές χώρες, που ευνοούνται από τη διεύρυνση της Ε.Ε., έχουν αποσπάσει τη μερίδα του λέοντος στις επενδύσεις γερμανικών βιομηχανιών, οι οποίες εγκαθιστούν μεγάλες παραγωγικές μονάδες συναρμολόγησης και εξαρτημάτων εκμεταλλευόμενες τα χαμηλότερα κόστη, και όλα δείχνουν ότι η τάση αυτή ενδυναμώνεται χρόνο με τον χρόνο αλλά παραμένει πολύ μακριά από τη δική μας χώρα.
Με νέες επενδύσεις ύψους περίπου 3 δισ. ευρώ που προγραμματίζονται την επόμενη τριετία από γερμανικά κεφάλαια, η Ελλάδα συμμετέχει ως προορισμός γερμανικών επενδύσεων, αλλά μάλλον ως παρίας.
Σύμφωνα με το Ελληνογερμανικό Επιμελητήριο, οι μεγαλύτερες γερμανικές επενδύσεις προωθούνται αυτή τη στιγμή από την κοινοπραξία Fraport – Slentel, αξίας 1,2 δισ. ευρώ, για την παραχώρηση των 14 περιφερειακών αεροδρομίων και επιπλέον 330 εκατ. ευρώ για την αναβάθμιση των σχετικών εγκαταστάσεων, καθώς και από τον ΟΤΕ -σε βάθος τριετίας θα φτάσει το 1,3 δισ. ευρώ με κύρια έμφαση τα δίκτυα νέας γενιάς.
Βάσει στοιχείων που συγκέντρωσε από τη Γερμανική Ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα και επεξεργάστηκε το Ελληνογερμανικό Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο, στην Ελλάδα σήμερα δραστηριοποιούνται 121 μεγάλες γερμανικές επιχειρήσεις, οι οποίες πραγματοποιούν ετησίως τζίρο 7,3 δισ. ευρώ και απασχολούν περί τους 29.000 εργαζομένους.
Η λίστα με τους ισχυρότερους επιχειρηματικούς ομίλους της Γερμανίας περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την Deutsche Telekom (βασικό μέτοχο του ΟΤΕ), τη Siemens, την Boehringer Ingelheim, τη Robert Bosch, την Allianz, τη Media Markt, τη LIDL κ.ά. οι οποίες, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Επιμελητηρίου Μιχάλη Μαΐλλη, διεύρυναν την παρουσία τους στη διάρκεια της κρίσης και θα συνεχίσουν να επενδύουν στην Ελλάδα τα επόμενα χρόνια.
