Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Tο «Τηνιακό» δεν είναι κυριλέ μαγαζί. Δεν σου σερβίρει λάτε μακιάτο ντεκαφεϊνέ ούτε περίεργα αφεψήματα με εξωτικές γεύσεις. Φραπέ για τους πρωινούς και από αλκοόλ… ούζο, κρασί και μπίρες.

Και όχι καμιά ψαγμένη μπίρα από την Ιαπωνία, φέρ’ ειπείν. Κάιζερ, Αμστελ και Χάινεκεν. Ενα και ογδόντα. Τιμή περιπτέρου.

Το «Τηνιακό» αποτέλεσε επί δεκαετίες το αγαπημένο στέκι φοιτητών. Ξεκινούσες για μια «χαλαρή μπιρίτσα», να μιλάς για πολιτική, μουσική, για τη γενική συνέλευση του τμήματος και για τα δύο μαθήματα που σου ‘χουν μείνει από το τρίτο έτος και κατέληγες, τέσσερις ώρες μετά, με το τραπέζι γεμάτο άδεια μπουκάλια και στοιβαγμένα πιάτα, πασαλειμμένα με τυροκαυτερή.

Πόσοι και πόσοι δεν έχουν καθίσει στις άβολες πλαστικές καρέκλες του και στα σιδερένια τραπεζάκια που θυμίζουν εκείνα που στήνονται στα Πανεπιστήμια το τριήμερο του Πολυτεχνείου;

Το καλοκαίρι μπορούσες να ακούσεις τον κόσμο που καθόταν στο μαγαζί από τη στιγμή που έστριβες στη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Τον χειμώνα, το ψηλοτάβανο κτίριο, στον αριθμό 50 της λεωφόρου, ήταν τόσο ασφυκτικά γεμάτο, που μετά βίας χωρούσες να μπεις μέσα.

Αυλαία με μπίρες

74 χρόνια φραπέ, ούζο, μπίρα και ποικιλίες

Υστερα από 74 ολόκληρα χρόνια λειτουργίας, η τζαμένια πόρτα του -παραδοσιακού πλέον- ουζερί έκλεισε οριστικά το βράδυ της Κυριακής.

«Μετά από περίπου 80 χρόνια ιστορίας, το μαγαζί που κανείς ποτέ δεν περίμενε ότι θα αλλάξει έστω και στο ελάχιστο θα ανοίξει για τελευταία φορά. Το event αυτό εξυπηρετεί τον σκοπό τού να γίνει ένα θεαματικό κλείσιμο, όπως αρμόζει σ’ αυτόν τον πολύ ιδιαίτερο, και για πολλούς σημείο αναφοράς, χώρο. #JeSuisΤηνιακό» έλεγε το διαδικτυακό κάλεσμα στο φέισμπουκ, το οποίο συγκέντρωσε περίπου 3.500 κόσμο.

Και μπορεί να μη μαζεύτηκαν και οι τρεισήμισι χιλιάδες, αλλά το μαγαζί-σταθμός του απανταχού φοιτηταριάτου έχει «ποτίσει» και έχει «ταΐσει» πολλαπλάσιο αριθμό νέων.

«Κάτσε, ρε κοπελιά! Πού τις πας τις καρέκλες; Είναι σπασμένες!» φώναζε το βράδυ της Κυριακής ένας από τους παλαιότερους σερβιτόρους του μαγαζιού σε μια νεαρή που είχε πάρει αγκαλιά ένα σωρό καρέκλες που είχε βρει παρατημένες σε μια γωνιά, για να καθίσει η παρέα της. Μ’ αυτήν την άνεση λειτουργούσε το μαγαζί όλα αυτά τα χρόνια.

Σερβιτόροι και θαμώνες γνωρίζονταν τόσο καλά που πολλές φορές δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις ποιος είναι ποιος.

Ο μικρός πεζόδρομος του «Τηνιακού» ήταν γεμάτος κόσμο που, παρά το κρύο, καθόταν έξω και έπινε μπίρα.

Με το που ανοίξαμε την πόρτα του μαγαζιού μάς «καλωσόρισαν» γέλια και ο ήχος ποτηριών που τσουγκρίζουν «στην υγειά μας».

Προχωρήσαμε στο βάθος της αίθουσας με το χαρακτηριστικό πάτωμα «σκακιέρα», όπου βρήκαμε τον κύριο Πέτρο να δίνει οδηγίες στην κουζίνα και τους σερβιτόρους και να φτιάχνει πιάτα με ποικιλίες.

Αυτές τις θρυλικές ποικιλίες των τεσσάρων ευρώ, οι οποίες δεν έχουν αλλάξει στο ελάχιστο από τη στιγμή που πρωτοφτιάχτηκαν: ψωμί, ζαμπόν, τυρί, λουκάνικο, αυγό και κοπανιστή.

Αναμνήσεις

Μόλις και μετά βίας τού παίρνουμε μια κουβέντα, πριν γυρίσει την πλάτη και χαθεί πίσω από τον πάγκο εργασίας:

«Το μαγαζί κλείνει λόγω συνταξιοδότησης. Τα αδέλφια, Δημοσθένης και Ελευθέριος Χουλιάρας, το λειτουργούσαν επί 43 χρόνια. Είναι ένα μαγαζί για τη νεολαία. Ενα φτηνό μαγαζί», μας λέει ο τρίτος αδελφός Χουλιάρας, εκπαιδευτικός στο επάγγελμα, που το βράδυ της Κυριακής βρέθηκε πίσω από τον πάγκο του «Τηνιακού» για να βοηθήσει.

Μας αφήνει με την ελπίδα ότι το μαγαζί ενδέχεται να επαναλειτουργήσει, σε διπλανό κτίριο, την ερχόμενη άνοιξη.

Οσο περνάει η ώρα τόσο γεμίζει το μαγαζί. Γκαρσόνια πηγαινοέρχονται με φορτωμένους δίσκους, σερβίροντας παρέες νέων αλλά και πιο ηλικιωμένων. Αλλοι τρώνε, άλλοι πίνουν, άλλοι βγάζουν φωτογραφίες και τις ανεβάζουν στα σόσιαλ μίντια.

«Πάνε τριάντα χρόνια από τότε που ήμουν φοιτητής στο Πολιτικό της Νομικής και ερχόμασταν στο “Τηνιακό” με την παρέα. Εδώ μπορούσες να φας και να πιεις φτηνά. Από εδώ ξεκινούσαμε πάντα και ύστερα πηγαίναμε με τα πόδια Εξάρχεια, για τη συνέχεια.

»Εδώ έκανα και τις πρώτες εξόδους με την τότε κοπέλα μου και νυν σύζυγό μου, Νατάσα, της οποίας το στομάχι πονούσε κάθε φορά που έτρωγε από την τυροκαυτερή», μας λέει ο Θανάσης.

«Θυμάμαι ένα καλοκαίρι του 1990. Ηταν μεσημέρι, μετά από εξεταστική. Είπαμε να κάτσουμε με την παρέα να πιούμε μια μπίρα να δροσιστούμε. Τελικά δεν ήταν και τόσο καλή ιδέα. Είχαμε γίνει μούσκεμα στον ιδρώτα τόσο από την μπίρα όσο και από την καυτή άσφαλτο που έστρωναν παραδίπλα, στην Αλεξάνδρας», προσθέτει γελώντας.

Πολιτική και ποδόσφαιρο

74 χρόνια φραπέ, ούζο, μπίρα και ποικιλίες

Τον ρωτάμε για τον κόσμο που σύχναζε στο μαγαζί. «Κυρίως φοιτητές και κάποιοι συνταξιούχοι, που τους ακούγαμε να κάνουν συζητήσεις για το νησί της Τήνου. ΔΑΠίτες, οι φλώροι, όπως τους λέγαμε, δεν έβλεπες.

Ο κόσμος που ερχόταν στο “Τηνιακό” ήταν ροκάδες, χεβιμεταλάδες, πανκιά και αριστεροί. Πού και πού έβλεπες και κάποιους ΠΑΣΠίτες που προσπαθούσαν να τα συνδυάσουν όλα: λίγο ροκ, λίγο ρεμπέτικο, λίγο λαϊκό, λίγο ντίσκο, λίγο σοσιαλισμό, λίγο Κέντρο.

Η αρχή του αχταρμά!». «Και οι συζητήσεις;» τον ρωτάμε. «Ηταν μια περίοδος με έντονη πολιτική επικαιρότητα. Σκέψου ότι τότε είχαμε τρεις απανωτές εκλογικές αναμετρήσεις. Οπότε οι συζητήσεις που γίνονταν είχαν κατά κύριο λόγο θέμα τους την πολιτική και σε δεύτερη φάση το ποδόσφαιρο ή τη μουσική».

Πολλοί συνήθιζαν να καταλήγουν στο «Τηνιακό» ύστερα από πορείες και διαδηλώσεις, με τα ρούχα και τα μαλλιά να κουβαλούν ακόμη τη μυρωδιά των δακρυγόνων.

Στο κτίριο που λειτουργούσε υπό τη στέγη της αδελφότητας των εν Αθήναις Τηνίων λέγεται ότι σύχναζαν η Αλέκα Παπαρήγα, ο Δημήτρης Τσοβόλας αλλά και πολλοί ηθοποιοί από τα γύρω θέατρα της περιοχής.

Το τελευταίο διάστημα γνωστά μαγαζιά κλείνουν το ένα μετά το άλλο, αφήνοντας πίσω τους «αστέγους» προς αναζήτηση νέων στεκιών.

Μέχρι τότε, το «Mo Better», το «Ρόδον», το «Decadence», το «Τηνιακό» θα εξακολουθούν να είναι όλα εκείνα τα βράδια που διασκεδάσαμε, γελάσαμε και προβληματιστήκαμε αλλά και όλες εκείνες οι λεπτομέρειες που δεν θυμόμασταν καθαρά το επόμενο πρωί.