Αργυρώ Πατσού
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Σταματίου

Στο καφενεδάκι του Σίμου στις Καμάρες, δυο μεγάλες παλιές φωτογραφίες. Κλέβουν την προσοχή, δεσπόζουν στον χώρο. Δυο γυναίκες. Αριστερά, το σκληρό πρόσωπο της προγόνου. δίπλα, το γαλήνιο πρόσωπο της απογόνου. 

Σκυτάλη θηλυκιά που εισέρχεται στο χαμόγελό μου. Το κομμάτι του εαυτού μου που εδώ και καιρό άφησα πίσω, εκείνο που δεν άντεχε να μένει με απορίες, θα είχε σπεύσει να ρωτήσει: «Ποιες είναι;», «Πώς τις λένε;» «Ποια είναι η ιστορία τους;». Τις κοιτάζω ώρα. 

Γυρίζω, μετά, τα μάτια στον κόλπο που τον χρύσισε το σούρουπο. Είμαι επαρκής, δεν έχω πια τέτοιου είδους ανάγκες. Η αλλοτινή ζέση για τ’ απαραίτητα για την προσωπική εξέλιξη ερωτήματα αυτά, ο εγκλεισμός του μεγάλου Άγνωστου σε απαντήσεις που χάσκουν ανολοκλήρωτες, αποσπασμένες για να δομήσουν την ψευδαίσθηση της ταυτότητάς σου στον κόσμο, παρέχοντας την «ασφάλεια» ενός συγκροτημένου εγώ απέναντι στο φόβητρο μιας ασύλληπτης πολυπλοκότητας που απειλεί με αφανισμό όποια ανοχύρωτη ανθρώπινη μονάδα, σβήνει συνειδητά στην αδιαίρετη ενότητα, στην αγκαλιά και στο φονικό της Μεγάλης Μητέρας. Μου έχει, κιόλας, γνέψει, από την αποβίβαση· με τραβά, τώρα, μέσα από τις δυο φωτογραφίες των γυναικών, στο πανάρχαιο, αιώνιο και ακατάλυτο άδυτό της. 

Στον μαγικό κύκλο των Κυκλάδων

H Μεγάλη Μητέρα δεν εγκατέλειψε ποτέ τις Κυκλάδες. Είναι χειμώνας. Όχι πια εκτυφλωτικό, το Αιγαιακό Φως απαλύνει τα έντονα κοντράστ, αφήνοντας ανάγλυφη μια κραταιή πραγματικότητα που επιμένει να υπάρχει όσο και αν παριστάνει πως κολακεύεται από το ρηχό φλερτάρισμα του τουρισμού τα καλοκαίρια, όσο και αν καλύπτεται πίσω από αγίους και αγίες, ενάρετους οικοδεσπότες και οικοδέσποινες στα τόσα κατάλευκα ξωκλήσια. 

Στον μαγικό κύκλο των Κυκλάδων

Τα σπλάχνα των Κυκλάδων παραμένουν παγανιστικά, ειδωλολατρικά, μητριαρχικά. Συμπορεύονται ακόμα, σε ομόκεντρους κύκλους, με τη Σελήνη. Σαν κάθε τι που αποτυπώνεται με σφοδρότητα στα σπάργανα, έτσι και οι πρώτες λατρείες που αναπτύχθηκαν στα πρώτα στάδια της εξελικτικής πορείας της ανθρωπότητας άφησαν ανεξίτηλη σφραγίδα. Στους φλάρους και στα όστρακα κρυφανασαίνει η πολυπρόσωπη  Μητέρα Θεά της Κρήτης, το αρχέγονο χάος, η σκοτεινή μήτρα, η τροφός και η φόνισσα. Περιστρέφεται τελετουργικά στον τροχό των αγγειοπλαστών, εκεί που σμίγουν, αιώνες τώρα, τα τέσσερα στοιχεία, και γίνεται σκεύος χρηστικό, αμφορέας, κύλικας, κοτύλη.

Το χώμα που θα σκεπάσει τελικά το πέρασμά σου από τα γήινα, απτό, παντοδύναμο, χωρίς να σκοτίζεται για διακρίσεις ανάμεσα σε καλό και κακό και μεταθανάτιες ανταμοιβές, αφήνεται να πλαστεί στ’ ανθρώπινα χέρια, εξυπηρετώντας τις πρακτικές ανάγκες του περάσματος, μετουσιώνοντας σε φάρμακο το δηλητήριο του θανάτου, χρίζοντας τον άνθρωπο δημιουργό μέσα στην αιώνια ανακύκληση και την Αιώνια Επιστροφή. Στο γύρισμα του τροχού ακούγεται ακόμα ο απόηχος των κυκλικών χορών στα Λαβυρινθικά Μυστήρια, κερνιέται, κοινωνία, το αίμα του Μινώταυρου, σμίγουν ακόμα, στην Αίθουσα του Θρόνου, σε Ιερό Γάμο, ο Ουρανός και η Γη.  

Φυγόκεντρες, κουρασμένες αναλύσεις μου, στα παιδικά, σαστισμένα μπροστά στο θαύμα, μάτια, αφοπλισμένες γυρνάτε και εκπνέετε μέσα σε μαγικό, προστατευτικό κύκλο. Χρόνια πίσω, χιλιετηρίδες πίσω. Τέσσερεις γάτες μάς προϋπαντούν στην πόρτα της Χρυσοπηγής. Χορεύουν κυκλικά στ’ απόκρημνα βράχια, προπορεύονται, μας οδηγούν. Νιαούρισμα δεν ακούγεται. Ο αέρας λυσσομανάει, δυναμώνει η βροχή, μα ακολουθώ χαρούμενα τον χορό τους. Μπροστά η απεραντοσύνη του Πελάγους που φουρτούνιασε, στην άκρη του γκρεμού μια κολυμπήθρα μέσα σ’ έναν ζωγραφισμένο κύκλο. Όλο μου το είναι φωνάζει: «πρέπει να μπω εκεί μέσα». 

Στον μαγικό κύκλο των Κυκλάδων

Δάκρυα χαράς στον αναβαπτισμό. Στα εξελιγμένα μου γονίδια βγάζω παιχνιδιάρικα τη γλώσσα. Πάνω μου κάνουν κύκλους τα κοράκια. Πανάρχαια μέσα μου φωνή τραγουδά ένα επαναλαμβανόμενο φωνηεντικό τραγούδι κάνοντας κύκλους μέσα στον κύκλο. Πετώ στη θάλασσα ό,τι δεν χρειάζομαι. Δεκανίκια, εξωραϊσμούς, χρυσωμένα χάπια, περίτεχνους διάκοσμους, αδιέξοδες φιλοσοφίες. Δεν θέλω άλλο από το να είμαι ένα με τα πάντα. Κοιτάζω γύρω το αφαιρετικό σιφνέικο τοπίο που με μυεί στην καταφανή του ουσία περνώντας με από αφαίρεση σε αφαίρεση. Δεν θέλω ν’ ατενίζω ή να περιγράφω το άλλο. Απέριττη γη, φύλαξέ με από τα εγκεφαλικά τεχνάσματα, από τον μηχανισμό της διάκρισης. Άσε με να πεθαίνω μέσα στο άλλο, να γίνομαι το άλλο, να ιερουργώ την κατάλυση του εγώ στη μήτρα μέσα της Μεγάλης Μητέρας.

Από τη Σίφνο, συνυφασμένα εσωτερικά και εξωτερικά νήματα οδηγούν στο σεληνιακό Βωλαξιανό τοπίο. Αναχωρούμε για την Τήνο. 

«Σε πανσέληνο μαζεύουμε το καλάμι». Παύση. Βεβήλωση το γιατί. Συνηθισμένος ν’ αντιμετωπίζεται σαν «εξωτικό θέαμα», («ένας από τους δύο εναπομείναντες καλαθοπλέκτες της Τήνου», «ένας από τους τελευταίους υπηρέτες της καλαθοπλεχτικής, της πανάρχαιας τέχνης που χάνεται!» και άλλα τέτοια), θα μου απαντούσε κατιτίς εάν τελικά ρωτούσα. Το πιθανότερο πως τα καλάμια κόβονται στην πανσέληνο για να είναι ανθεκτικά, για να μη βγάζουν σκώρο, επαληθεύοντάς μου κάτι που γνωρίζω. Σ’ αυτή την περίπτωση, θα είχα πάρει απλώς μια πληροφορία. Δεν είμαι όμως εκεί για να κατακερματίσω οτιδήποτε, για να παραβιάσω τον ίδιο ή τη μυστική σχέση του με την Κυρά εκεί πάνω. Κοιτάζω απλώς τα χέρια που χορεύουν ενώ πλέκει, απορροφημένος, το καλάθι του. 

Κύκλος του φεγγαριού μέσα στον κύκλο της γυναίκας· κύκλος της θηλυκής, πολυπρόσωπης αρχής μέσα στου φεγγαριού τον κύκλο. Καταπώς ορίζουν οι φάσεις του, πορεύονται τα νερά και τα έμβια όντα σε εσαεί, αναπόδραστη συνύπαρξη. Γη και Σελήνη σμίγουν στο αρχέτυπο της Μεγάλης Μητέρας. Εδώ, στη Βωλάξ, σε μια μήτρα κατάσπαρτη από πανσέληνες πέτρες, πλέκονται τα καλάθια-μήτρες που θα μαζέψουν τα δώρα της τροφού. Άγριο ολόγυρα το τοπίο, μοιάζει ωστόσο να προειδοποιεί για το σκοτεινό της πρόσωπο: Αλίμονο σ’ όσους το προαιώνιο τελετουργικό αποποιήθηκαν, σ’ όσους την πρώτη θεά κακοκάρδισαν.      

Τόσο λιτή, σαν τις Κυκλάδες, η πορεία του ανθρώπου που έμφυτα, ενστικτωδώς γνωρίζει, για να γίνει τόσο, παρά φύσει, σύνθετη. Μα από πόσες περιπέτειες πρέπει να περάσει η ανθρώπινη συνείδηση ώσπου να προσκυνήσει κανείς, σαν τον Αλιόσα Καραμαζώφ, με δάκρυα λυτρωτικά τη Γη και να πασαλειφθεί με το χώμα ώσπου να εξιλεωθεί από τη μόνη ίσως αμαρτία, την άρνηση μέσα του της Γης, ήτοι την αυταπάρνησή του. 

Δίποδο σηκώθηκε κοσμικό

Το χώμα του ανάδευσε και στολίστηκε

Όμορφο, εστεμμένο από τη Μάνα

βλέμμα κατάφασης σήκωσε στον Πατέρα

Έλαμπε κι αυτό σαν όπως έλαμπε

Αυτός πάνωθέ του

Φωτοβόλαγε κι αυτό

δίπολο της Γης και τ’ Ουρανού του