Στο Εδιμβούργο -την πόλη που έχω περπατήσει ίσως περισσότερο κι απ’ αυτήν που ζω, όπως μου λένε φίλοι αστειευόμενοι- σε κάθε παλιά παμπ ζει και ένα πνεύμα.
Τουλάχιστον έτσι ισχυρίζονται οι θαμώνες. Συνήθως πρόκειται για τον πρώτο ιδιοκτήτη, ή για κάποιον που έζησε και πέθανε εκεί με τρόπο τραγικό και βίαιο.
Δεν θέλει και πολύ για να «κλονιστεί» ακόμα και ένας άτεγκτος ορθολογιστής, αφού σε κάθε γωνιά της Παλιάς Πόλης τον περιμένει και μια ιστορία μαγισσών και πνευμάτων.
Στο πρώτο ταξίδι, μού έδειχναν ακόμα και σε ποια πέτρα του λιθόστρωτου να πατήσω ή να μην πατήσω για να μη με βρει τύχη κακή και δύσκολη ζωή!
Το καλύτερο εστιατόριο στην πόλη, το «Witchery», βρίσκεται στο ίδιο σημείο όπου κατά τον μεσαίωνα έκαψαν τις περισσότερες μάγισσες στη Σκοτία.
Κοιτώντας ψηλά στον ουρανό, ανάμεσα στις μεσαιωνικές στέγες των κτιρίων, νομίζεις ότι από στιγμή σε στιγμή θα δεις να πετάει στον ουρανό ένας Ιππόγρυπας κι άλλα φανταστικά πλάσματα που ζουν στα βιβλία του Χάρι Πότερ.
Θυμήθηκα την «Παμπ του Επισκόπου», αυτές τις μέρες που η «Αριάδνη» του χιονιά αποφάσισε να μας επισκεφτεί.
To «Mitre bar» ή αλλιώς «Παμπ του Επισκόπου», είναι το μαγαζί που προτιμώ περισσότερο. Βρίσκεται στο «Βασιλικό Μίλι», τον κεντρικό δρόμο της Παλιάς Πόλης.
Λένε ότι στα θεμέλιά του υπάρχει το κάθισμα ενός περιβόητου Επισκόπου της Σκοτίας.
Το προτιμώ για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, γιατί φτιάχνει την καλύτερη κρεμμυδόσουπα στην περιοχή.
Και αυτό το πιάτο, ενισχυμένο με μπόλικο ταμπάσκο, πιστέψτε με, σε -15˚C, είναι αναγκαίο!
Δεύτερον, γιατί όταν έξω το χιόνι πέφτει πυκνό, όπως γίνεται συνήθως στο Εδιμβούργο, είναι το ομορφότερο μέρος για να βρίσκεται κανείς.
Αν και στον πιο τουριστικό δρόμο, έχει διατηρήσει την ατμόσφαιρα της αυθεντικής σκοτσέζικης παμπ με την ιστορία του και την ποιότητά του.
Αραγε σε ποιο από τα τραπέζια του να συνέλαβε ο Αρθουρ Κόναν Ντόιλ τον Σέρλοκ Χολμς; αναρωτήθηκα όταν ένα βράδυ είδα τον σύγχρονό μας αστυνομικό συγγραφέα Ιαν Ράνκιν να απολαμβάνει ένα μεγάλο ποτήρι κόκκινης μπίρας στο μπαρ του Επισκόπου.
Εψαχνα να βρω ένα παλιό μαγαζί στην Αθήνα, που δεν θα έχει υποστεί αμέτρητες ανακαινίσεις, και η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν κάποια. Οχι πολλά.
Δυο-τρία μπαρ στο κέντρο, μερικές ταβέρνες και ίσως πέντε-έξι καφενεία.
Πότε ακριβώς θελήσαμε να τα αλλάξουμε όλα; Σύμφωνοι, τα άσχημα και τα κακόγουστα καλώς έφυγαν.
Μα μαζί τους όμως θαρρώ πως πήραν και τα κλασικά, τα όμορφα, τα αυθεντικά.
Ο «οδοστρωτήρας της ανακαίνισης» ισοπέδωσε τον χαρακτήρα και την ιδιαιτερότητα, κάνοντας τα περισσότερα μαγαζιά να μοιάζουν ίδια.
Τώρα τελευταία είδα να εμφανίζονται κάποιες ενδιαφέρουσες περιπτώσεις «θεματικών» μαγαζιών στην πόλη.
Ελπίζω να αντέξουν στον χρόνο και να μην αλλάξουν απλώς και μόνο για να γίνουν περισσότερο αρεστά σε καινούριους πελάτες, χάνοντας έτσι τους παλιούς που τα αγαπούν γι’ αυτό που είναι τώρα.
Φίλοι μού μεταφέρουν ότι στο Εδιμβούργο αυτές τις μέρες η θερμοκρασία είναι στους 8 βαθμούς Κελσίου.
Πολύ καλά, δηλαδή, γι’ αυτήν την εποχή. Βλέπουν τα χιόνια στην Αττική και στην υπόλοιπη Ελλάδα και νοσταλγούν καφεδάκι σε στέκια αγαπημένα.
Κάποια από αυτά άλλαξαν, τους λέω. Και κάποια άλλα έκλεισαν βέβαια. Η «κρίση», υποθέτουμε όλοι.
Ναι, η κρίση μα όχι μόνο η οικονομική. Μια άλλη κρίση που γιγαντώθηκε στα χρόνια της αφθονίας.
Στα χρόνια που το εύπεπτο και το «καινούργιο» αντικατέστησαν ό,τι μας φαινόταν βαρύ και «παλιακό». Μια επίφαση εκσυγχρονισμού.
Σάββατο μεσημέρι, σε καφέ της γειτονιάς, καθώς το χιόνι πέφτει όπως στα όνειρα, αργά και σιωπηλά, παρατηρώ τον νεαρό, στο τραπέζι δίπλα στο παράθυρο, να ακουμπά, με κλειστά τα μάτια, το κεφάλι του στο τζάμι, κι όπως ο ήρωας του Ορχάν Παμούκ στο «Χιόνι», έτσι κι αυτός: «παρασυρμένος από τα αισθήματα αθωότητας κι αγνότητας που χρόνια αναζητούσε µε πάθος, πίστεψε µ’ αισιοδοξία ότι θα μπορούσε να νιώσει στον κόσμο αυτό σαν στο σπίτι του. Και μετά από λίγο έκανε κάτι που είχε πολλά χρόνια να περάσει απ’ το μυαλό του ότι θα μπορούσε να κάνει: κοιμήθηκε στο κάθισμά του».
Κι έπειτα, για μια στιγμή μόνο, είδα μέσα στο λευκό φως του απομεσήμερου, τον ανήσυχο Επίσκοπο του Εδιμβούργου να μου χαμογελά, ή μπορεί να με πήρε και μένα για λίγο ο ύπνος στην απόκοσμη σιωπή του χιονιού, σκέφτηκα.
Και ζήτησα αμέσως έναν δεύτερο δυνατό καφέ.
