Ποιο είν’ το χρώμα που χαρά και πένθος συμβολίζει και πέπλα γάμου, σάβανα ομοίως χρωματίζει;
Το χρώμα το ουδέτερο που ‘χει η λευκή σημαία και η λευκή περιστερά, αθώα, αγνή κι ωραία;
Το άσπρο είν’ που απαλά εκάλυψε τη χώρα μα μες στη νύχτα πέτρωσε κι έγινε πάγος τώρα!
Ηρθε μαζί με τον χιονιά, με το δριμύ το κρύο την πόρτα άνοιξε η Ελλάς και μπήκε στο ψυγείο.
Γι’ άλλους παιχνίδι σήμανε, κοπάνα απ’ το σχολείο μα γι’ άλλους μέσα στις σκηνές δεν είναι διόλου αστείο…
Τόσα χωριά παρέμειναν μέρες αποκλεισμένα χωρίς νερό κι ηλεκτρικό, με χιόνι σκεπασμένα.
Και κάποιοι Θεσσαλονικείς φύγαν για την Αθήνα μα μες στο τρένο κόντεψαν να μείνουν κάνα μήνα…
Το κράτος πάντοτε απόν, μπορεί να κάνει κάτι; Τι φταίει αυτό αν πάγωσε ακόμη και τ’ αλάτι;
Πάν’ τα κονδύλια, χάνονται, αφού ούτε να τα πάρει δεν είναι πλέον ικανό, σαν άχρηστο κουφάρι.
Στην τύχη μας μάς άφησε στην πρώτη δυσκολία κι αυτό δεν είναι τωρινό, παλιά είν’ ιστορία…
Κι έτσι ο καθένας προσπαθεί, αγωνιά, παλεύει και μόνος του να ζεσταθεί στην παγωνιά γυρεύει.
Οσο για με, τ’ ομολογώ: το χιόνι με μαυλίζει ασχήμιες και προβλήματα μεμιάς εξαφανίζει
και μαγικά, για μια στιγμή, μέχρι και μένα κάνει με τη Λωζάννη να θαρρώ πως μοιάζει η Κοζάνη!
