Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Με ορμή έπεφτε η βροχή, Σάββατο βράδυ, άφθονη – σπαργώσα η φύση. Ευάρεστος ο ήχος, που μετασχηματιζόταν σε εξαίσια μουσική όσο δυνάμωνε. Ευτυχείς, διότι μας βρήκε δειπνώντας κάτω από μία σκεπή από ελενίτ και τσίγκους σε ημιυπαίθριο ταβερνείο των Εξαρχείων.

Ο ήχος, η μυρωδιά των χωμάτων (καλά, του τσιμέντου), τα βαγένια πίσω μας, η γλυκύτητα στα πρόσωπα της ομήγυρης, το άρωμα του οίνου συνέθεταν ένα κράμα σύγχυσης και απορίας (μάλλον νιώθαμε αμήχανοι από την απροσδόκητη επίθεση της ομορφιάς). Ούτε απερίγραπτον ούτε ηδυπαθές ούτε άρρητον ήταν τούτο το κράμα· μια δοκιμασία για το παρελθόν του καθενός ήταν, κατά πόσο (δεν) το έχει λησμονήσει.

Πράγματι όλοι συμφώνησαν ότι θυμούνται έντονα τον ήχο της βροχής πάνω στους τσίγκους των φτωχικών στα χωριά μας. Ανέλπιστη νοσταλγική ευθυμία, ευφορία στις καρδιές.

Να που δεν είναι ανίκητη η αστυφιλία· ωχριά μπροστά στην παιδική ηλικία όταν έρχονται αντιμέτωπες· η δεύτερη νικά κατά κράτος διότι εντός αυτής συμβαίνουν τα θαύματα της ζωής και του κόσμου.

Τι να μας προσδώσει περαιτέρω η ζωή στο άστυ – μόνο άγχος και νευρικότητα και μια ψευδαίσθηση τάχα μοναδικότητας· τάχα πρωτευουσιάνοι. Το ξέρουμε οι περισσότεροι αλλά το καταχωνιάζουμε στα οχληρά της μνήμης.

Πανδοκευόμενοι ησύχως, απολαμβάναμε την παννυχίδα μας (εορτή καθ’ όλη τη νύχτα) καθότι ήμασταν εγκλωβισμένοι (αλλά ελεύθεροι…). Μια γλυκιά ζεστασιά απλώθηκε στο τραπέζι μας· η θύμηση των πατρογονικών εστιών.

Πόση από τη μαγεία της φύσης έχει απομείνει στα αστικά δείπνα; Από τη σιωπή που μας καταλαμβάνει ξαφνικά, υπολογίζουμε ώς πού μπορεί να φτάσει ο αναστοχασμός μας, η επιστροφή στον γενέθλιο τόπο. Αυτή η σιωπή… αλλά καλύτερα να θυμηθούμε έναν μετρ των αφορισμών, τον Πολωνό Στάνισλαβ Γέρζι Λετς: «Η ηχώ της σιωπής είναι αδύνατο να μην ακουστεί».

Ακούμε ο ένας τον άλλον να συνομιλεί με τη νεροποντή, να ταξιδεύει σε τόπους συγκίνησης, να ξανασμίγει με τα φυσικά φαινόμενα, τα τόσο πολύτιμα για τη διάπλαση χαρακτήρων.

Θυμάμαι επίσης τη συγκλονιστική ιστορία-ντοκουμέντο οφειλόμενη στον Παύλο Νιρβάνα όταν είδε τον εκ Σκιάθου μέγιστο διηγηματογράφο μας, ασθμαίνοντα και πυρέσσοντα προφανώς, «να τρέχει οπίσω από τον Ηλιον»… αφού είχε να τον δει έναν μήνα.

«Κλεισμένος έως το δειλινόν μέσα εις τα γραφεία της εφημερίδος του, όταν άφινε το γραφείον του, δεν έβρισκε πλέον τον Ηλιον εις τας Αθήνας. Και έτρεχε να τον προφθάσει εις τον ανοικτόν ορίζοντα, να τον αντικρύσει οπίσω από την Ακρόπολιν, να τον χαιρετίσει εις την κορυφήν του μακρυνού βουνού. Και έτρεχεν οπίσω από τον Ηλιον, χωρίς να τον προφθάνη».

…Είμαστε τυχεροί, λέω μέσα μου, που συναντηθήκαμε με τούτη την μπόρα· μια θαυμάσια ευκαιρία να νιώσουμε την ορμή της φύσης, το ξέσπασμά της, να υποκλιθούμε στη δύναμή της, να συνειδητοποιήσουμε τα ανήμπορα να αντιδράσουν φτωχά μας σαρκία μπροστά σε τούτη τη φυσική ισχύ. Η ανημπόρια των σωμάτων, όμως, ενδυναμώνει το πνεύμα, το ωθεί βαθιά πίσω στον χρόνο· βάθος επώδυνο ίσως μα τόσο ευεργετικό – και πόσο απελευθερωτικό.

Δυνατές στιγμές, μεταρσιωτικές ίσως για μερικούς, εσωτερικές πάντα. Μαλακά μας εγκαταλείπει η λύπη λαβωμένη από τη χαρά των στιγμών, από το φως της βροχής.

-Και οι πρόσφυγες;

Η καλή μας κυβερνώσα Αριστερά να απαντήσει. Εμείς απλώς τη στιγμή συλλάβαμε, το μέγεθός της· τις εκρήξεις της βιώσαμε και βγήκαμε ζωντανοί – ή η στιγμή μάς συνέλαβε; Τυχεροί που θωπευτήκαμε από την αύρα των ψιθύρων της σιωπής και τη ζώπυρη θύμηση της πρώτης οικίας· εξ ου και τα τακερά (μαλακά, τρυφερά) βλέμματα όλων. Για δες, ένα φυσικό φαινόμενο πώς, ενίοτε, μετατρέπεται σε κοινωνικό.

Αλλά και πώς αλαφιάζεται η καθημερινότητα, πώς επανακατακτάται η μνήμη, πώς εκδιώκεται η λήθη – μια καταρρακτώδης βροχή αρκεί να προκαλέσει μικρές, χαριτωμένες μυήσεις στη συντροφικότητα και επίσης μικρά ταξίδια στο παρελθόν· και επίσης… αλλά αρκεί. Να προφθάνωμεν τον καιρόν, μόνον.