«Η Αρλέτα δεν είναι ακόμα διάσημη. Ούτε καν γνωστή σ’ ένα περιορισμένο, έστω, κοινό. Ωστόσο κατόρθωσε με τον πρώτο κιόλας δίσκο της, που κυκλοφόρησε πριν από λίγες ημέρες, να ταράξει τα λιμνάζοντα νερά στον χώρο της ερμηνείας του ελληνικού τραγουδιού», έγραφε ο Γιώργος Πηλιχός (το μεγάλο όνομα των καλλιτεχνικών συντακτών –κυρίως τη δεκαετία του ’60–, μακαρίτης πλέον) σε μια πεντασέλιδη συνέντευξη, αφιερωμένη σε μια νέα, άγνωστη τότε –πασίγνωστη στη συνέχεια– τραγουδίστρια, στο περιοδικό «Ο Ταχυδρόμος», πριν από 50, παρά κάτι, χρόνια (7 Ιανουαρίου 1967).
Πέντε σελίδες –η μία με ολοσέλιδη φωτογραφία της Αρλέτας, ενώ υπήρξε αναγγελία, μετά φωτογραφίας, στο ¼ του εξωφύλλου του περιοδικού, με τίτλο «Αρλέτα, μια αλλιώτικη φωνή». Τίτλος της συνέντευξης: «Αρλέτα, ένα νέο κορίτσι, ένα νέο όνομα, πολλά νέα τραγούδια». Κι ένας μεσότιτλος: «Μια φωνή που θ’ αγαπήσετε – Μια φωνή που θα τραγουδήσετε».
Μια όντως εντυπωσιακή προβολή, προφητική, εν τέλει, για τη διαδρομή της Αρλέτας, που εξακολουθεί, πενήντα χρόνια τώρα, να δεσπόζει στον καλλιτεχνικό χώρο –ως ερμηνεύτρια, αλλά και ως συνθέτρια– με περιoρισμένες εμφανίσεις, κατά προτίμηση σε συμμαζεμένους χώρους (πρόσφατα στη σκηνή του «Χαμάμ», Α. Πετράλωνα, με τον βυζαντινό ερμηνευτή Γιώργο Τζώρτζη).
«Καινούργια φωνή»
Συνεχίζει ο Πηλιχός στην εισαγωγή της συνέντευξης (που δεν είχα στο αρχείο μου –την είχε όμως ο Γιώργος Σγουράκης του ανθεκτικού τηλεοπτικού «Μονογράμματος», που φιλοτέχνησε κι ένα πορτρέτο της Αρλέτας, και μου την παραχώρησε):
«Κάτι τέτοιο είχε να συμβεί πολλά χρόνια. Από τότε που πρωτοεμφανίστηκε η Νάνα Μούσχουρη. Μ’ αυτό δεν θέλουμε να πούμε πως στο διάστημα που μεσολάβησε δεν παρουσιάστηκαν άλλες “καινούργιες φωνές”. Παρουσιάστηκαν, και ορισμένες μάλιστα είναι αρκετά ενδιαφέρουσες (Φαραντούρη, Σαββόπουλος, Μοσχολιού, Χωματά, Γεωργίου, Λάκης Παππάς, για να αναφέρουμε μερικά ονόματα).
»Η Αρλέτα, όμως, δεν είναι απλώς μία απ’ τις “καινούργιες φωνές”, που από τότε που το τραγούδι πέρασε στον δίσκο, κατακλύζουν κάθε τόσο την “πιάτσα”. Είναι κάτι παραπάνω. Είναι ουσιαστικά “καινούργια φωνή”. Κι όχι μόνο φωνή. Είναι μια τραγουδίστρια με ξεχωριστό ερμηνευτικό ύφος, με δυνατή προσωπικότητα. […] Με δυο λόγια, η Αρλέτα είναι η μέλλουσα μεγάλη ερμηνεύτρια του ελληνικού τραγουδιού ποιότητας». Τόση βεβαιότητα.
Εννοείται, είναι αδύνατον να χωρέσει στον παρόντα χώρο η συνέντευξη εκείνη –ψήγματα μόνο. Ο Πηλιχός αναφέρει ότι ερεθισμός ήταν ο πρώτος δίσκος της Αρλέτας, ο οποίος ως τίτλο φέρει το όνομά της με μια φωτογραφία αντάμα με την κιθάρα της. Τα 12 τραγούδια του δίσκου (τα περισσότερα ανθεκτικά ώς τις μέρες μας) είναι σε μουσικές των Νότη Μαυρουδή, Γιάννη Σπανού, Γιώργου Κοντογιώργου, Νίκου Χουλιαρά και στίχους Γιάννη Κακουλίδη, Ν. Χουλιαρά, Γ. Στεφάνου, Α. Δασκαλόπουλου.
Μερικοί τίτλοι: «Μια ιστορία για τον πόλεμο», «Δέκα στρατιώτες κι ένας λοχαγός», «Τώρα θ’ ανοίξω τα φτερά», «Το πέτρινο χαμόγελο», «Μια φορά θυμάμαι», «Τις άδειες νύχτες».
«Ετσι, για κέφι…»
Δεν σκόπευε ν’ ασχοληθεί επαγγελματικά με το τραγούδι η Αρλέτα –προτιμούσε τη ζωγραφική, γι’ αυτό και σπούδαζε στη Σχολή Καλών Τεχνών, με καθηγητή τον Γιάννη Μόραλη. Τελικά ενέδωσε, όπως ενέδωσε, με αρκετούς δισταγμούς και για τη συνέντευξη («Μα τι ενδιαφέρον μπορούσε να έχει μια συνέντευξη με μια άγνωστη; Αλλωστε δεν έχω τίποτα να πω»).
Φαίνεται όμως πως είχε: «Ακούστε κύριε, εμένα μ’ αρέσει να τραγουδάω έτσι, για κέφι. Δεν σκοπεύω να πουλήσω το τραγούδι μου στο κοινό των ταβερνών και των νυχτερινών κέντρων, όπου ο “πελάτης έχει δίκιο” και μπορεί την ώρα που εσύ τραγουδάς αυτός να κόβει και να μασουλάει την μπριζόλα του! Τώρα γιατί γύρισα αυτόν τον δίσκο, αυτό είναι μια άλλη ιστορία…
»Ούτε κι εγώ ξέρω να σας πω πώς βρέθηκα μια μέρα στο στούντιο, ούτε και πώς “κουρδίστηκα” για να τραγουδήσω μπροστά σε μικρόφωνα και άλλα μαραφέτια. Φαίνεται πως ο κ. Πατσιφάς, που για λογαριασμό της εταιρείας του, της “Λύρας”, γύρισα αυτόν τον δίσκο, είναι ένας άνθρωπος που, εκτός από μεγάλη υπομονή, διαθέτει επίσης κι έναν τρόπο να σε πείθει ότι μπορείς να τραγουδάς ακόμα κι όταν δεν έχεις κέφι».
Και ας κλείσω τη σύντομη αυτή μεταγραφή, με την Αρλέτα να εξηγεί πώς πήρε αυτό το ασυνήθιστο όνομα: «Ιδιοτροπία των γονιών μου. Λέγανε τους παππούδες μου Αργύρη και Νίκο κι επειδή δεν ήμουν αγόρι, τα ονόματα γίνανε Αργυρώ και Νικολέτα…».
Στο πλαίσιο
Διαβάζω σε ενδιαφέρουσα εκτενή συνέντευξη–μαρτυρία του ποιητή, συν νομικού, κοινωνιολόγου και αγωνιστή της Αριστεράς Τίτου Πατρίκιου στην εβδομαδιαία πολιτική εφημερίδα βορείων προαστίων «Αμαρυσία» (κυκλοφορεί εδώ και 51 χρόνια –ρεκόρ και μάλιστα για προαστιακό φύλλο).
Μια μαρτυρία (την υπογράφει η Μαρία Πανάγου –8.10.2016), που αποτελεί και απάντηση στην απροθυμία ανθρώπων της τέχνης (και γενικά σημαντικών προσωπικοτήτων) να αποδεχτούν μια θέση εξουσίας. Λέει ο ποιητής:
***
«Το 2001 ήταν εφιάλτης! Ο χειρότερος χρόνος της ζωής μου. Ορίστηκα πρόεδρος της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας και παραιτήθηκα σε δύο μήνες, αλλά ο Σημίτης με παρακάλεσε να παραμείνω ώς το τέλος του χρόνου. Αντιμετώπισα ηθικά προβλήματα. Ο τότε υπουργός Πολιτισμού, Θόδωρος Πάγκαλος, ανήγγειλε ένα κολοσσιαίο ποσό για τον μισθό μου.
»Ο μισθός αυτός δεν υπεγράφη και δεν τον πήρα ποτέ, αλλά ο κόσμος έμεινε με την εντύπωση ότι πήρα πολλά λεφτά. Και όχι μόνο δεν πήρα μισθό, αλλά τους πρώτους έξι μήνες τα έξοδα τα έβαζα από την τσέπη μου. Φιλοξενία πρέσβεων και άλλων τα είχα αναλάβει οικονομικά εγώ. Και όλοι νόμιζαν ότι τα παίρνω χοντρά. Αυτή η ρετσινιά μού κόστισε πολύ ψυχολογικά»!
***
Συνεχίζει ο ποιητής:
« Είναι η πρώτη μου φορά που τα λέω αυτά. Εγώ προσπαθούσα να βάλω ως πρόεδρος τα πράγματα σε τάξη, να περιορίσω τα έξοδα. Κατήργησα το προεδρικό αυτοκίνητο, κατήργησα τα ταξίδια στην business class που ίσχυε για όλους και με κατηγορούσαν. Οταν τελείωσαν όλα αυτά και γύρισα σπίτι είπα στη γυναίκα μου “είμαι επιτέλους ένας ελεύθερος άνθρωπος” και κάναμε μεγάλη γιορτή»…
ΚΑΙ… «Τούτο το χειμώνα άμα τον πηδήξαμε…» (Διονύσης Σαββόπουλος).
