Στα λεξικά, με τον όρο κοινή γνώμη «συνήθως εννοείται η συγκέντρωση της γνώμης των ανθρώπων σε θέματα δημόσιου ενδιαφέροντος και η ανάλυσή τους με στατιστικές τεχνικές, οι οποίες χρησιμοποιούν ένα δείγμα από τον υπό μελέτη πληθυσμό»¹
Ωστόσο, η γνώμη των ανθρώπων σε θέματα δημόσιου ενδιαφέροντος βασίζεται στο ενδιαφέρον των ανθρώπων για τέτοια θέματα.
Θέματα σαν και αυτά αποτελούσαν, αποτελούν και θα αποτελούν στο μέλλον μέρος της ύλης των ΜΜΕ, τόσο «παλαιών» όσο και «νέων». Πράγμα που σημαίνει ότι αυτό το μέρος της ύλης των ΜΜΕ είναι και προϋπόθεση για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης των ανθρώπων.
Στο σημείο αυτό υπάρχουν μερικά ερωτήματα. Τα ΜΜΕ βρίσκονται σε μια συνεχή αλλαγή, σε μια διαρκή εξελικτική πορεία.
Τα «παλαιά» ΜΜΕ περιλαμβάνουν τα έντυπα (εφημερίδες, περιοδικά, μπροσούρες, κ.ά.) και τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ (ραδιόφωνο, και τηλεόραση κυρίως), ενώ τα «νέα» ΜΜΕ περιλαμβάνουν όλες τις εφαρμογές του ψηφιακού πεδίου (διαδίκτυο, κινητή τηλεφωνία κ.ά.).
Και επιπλέον, σε ποιο βαθμό διαβάζεται μια τέτοια ύλη και, πολύ περισσότερο, τι καταλαβαίνουν οι άνθρωποι διαβάζοντάς την και ποια αξιοπιστία θεωρούν ότι έχει;
Τα σχετικά με την ανάγνωση μιας τέτοιας ύλης σχετίζονται ευθέως με το ποιοι άνθρωποι και πόσοι τη διαβάζουν.
Αυτή η αντίληψη οδηγεί στην ποσοτικοποίηση των ΜΜΕ-ακροατηρίων.
Δηλαδή, στην ποσοτική έκφραση των ακροατηρίων αυτών, είτε σε ποσοστά με βάση κάποιο κοινό ή σύνολο αναφοράς είτε σε αριθμούς.
Ασφαλώς, η ποσοτικοποίηση είναι μια εκτίμηση, και όχι η ακριβής μέτρηση/αποτύπωση των ακροατηρίων (με ακρίβεια κάποιου υποδεκάμετρου).
Με αυτή τη λογική έχουμε 1) την αναγνωσιμότητα των εντύπων-εφημερίδων και περιοδικών, 2) την ακροαματικότητα του ραδιοφώνου -στενά συνδεόμενη με τα ραδιοφωνικά ακροατήρια, 3) την τηλεθέαση στην τηλεόραση -στενά συνδεόμενη με τα τηλεοπτικά ακροατήρια, 4) τον αριθμό των επισκεπτών ή τον αριθμό των κλικ στα ακροατήρια του διαδικτύου.
Τα μεγέθη που αναφέρθηκαν αποτελούν, κατά κάποιο τρόπο, ποσοτικές προσεγγίσεις της (έννοιας της) κοινής γνώμης.
Είναι προσεγγίσεις, μια που δεν μας λένε ποιος ή ποια τι διάβασε στα έντυπα, τι άκουσε στο ραδιόφωνο, τι είδε στην τηλεόραση ή τι επισκέφθηκε στο διαδίκτυο.
Αυτές οι ποσοτικοποιήσεις των ακροατηρίων των ΜΜΕ αποτελούν και την προϋπόθεση της εμπορευματοποίησής τους, διαμορφώνοντας τη σημερινή (ποσοτικοποιημένη) κοινή γνώμη, που εκδηλώνεται με την παράθεση αποτελεσμάτων δημοσκοπήσεων ή άλλων άρθρων – κυρίως οικονομικού χαρακτήρα, που αρκετές φορές έχουν υποστεί μια συγκεκριμένη μεθόδευση προς μια σαφώς ορισμένη και βολική κατεύθυνση.
Η ποσοτικοποιημένη αυτή κοινή γνώμη αποτελεί τη βάση άρθρων ή κειμένων που καταλήγουν στο να δημοσιευθούν στα όποια εγχώρια αλλά και διεθνή ΜΜΕ, στην προσπάθειά τους να διαμορφώσουν αντιλήψεις (με βάση τη διαχείριση αντιλήψεων – perception management), διακινώντας συνήθως ψευδείς αφηγήσεις και διαμορφώνοντας συγκεκριμένα βολικά (για τους σκοπούς των κατασκευαστών) στερεότυπα.
Η κοινή γνώμη είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο κατασκευής της συναίνεσης για ένα θέμα, έστω και για μια περιορισμένη χρονική διάρκεια.
Και συνήθως η κοινή γνώμη πάσχει από το σύνδρομο ότι αναφέρεται στον (ποσοτικοποιημένο) εαυτό της – πάσχει από αυτοαναφορικότητα.
Μέρος της ύλης των ΜΜΕ αποτελεί ταυτόχρονα -μετά από λίγο- μέρος της ύλης άλλων ΜΜΕ.
Συνήθως κατασκευή διαφόρων αγιογραφιών, που σε κατοπινό ιστορικό χρόνο αποδεικνύεται πως είναι κύμβαλα αλαλάζοντα.
Τα ΜΜΕ που μεταφέρουν κατασκευασμένες ειδήσεις αποκαλούνται γενικά στις μέρες μας presstitutes [Press – Τύπος (γενικά) και Prostitutes (πόρνες)].
Στον αναγνώστη-στην αναγνώστρια αφήνω τη διαμόρφωση στα ελληνικά αυτού του νεολογισμού.
Και αυτό έχει άμεση σχέση με την παρατηρούμενη διαρκή μείωση της αξιοπιστίας τους διεθνώς αλλά και εγχωρίως.
¹ Βλέπε N. Abercrombie, S. Hill, Bryan S. Turner «Λεξικό Κοινωνιολογίας», Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1991, σελ. 190. Μετάφραση στα ελληνικά τού The Penguin Dictionary of Sociology.
*αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα ΕΜΜΕ, Πανεπιστήμιο Αθηνών
