Ο Τζον Λε Καρέ, ο δημιουργός των πιο δημοφιλών μυθιστορημάτων κατασκοπίας παγκοσμίως, ο συγγραφέας που είναι «τόσο αναγνωρίσιμος όσο ο Ντίκενς ή η Οστιν», σύμφωνα με τους Financial Times, αποφάσισε στα 85 του χρόνια να μας ταξιδέψει στα άδυτα… των αδύτων: στον κόσμο πίσω από τα ήδη σκοτεινά και ταραχώδη μυθιστορήματά του.
Το νέο του βιβλίο «Η σήραγγα των περιστεριών» (εκδόσεις Bell, μετάφραση: Βεατρίκη Κάντζολα Σαμπατάκου) ξεδιπλώνει μεν τη ζωή του, όχι όμως την απολύτως προσωπική, αλλά συμβάντα και αληθινά περιστατικά που ενέπνευσαν τις ιστορίες του, περιγράφοντας με το μοναδικό, εξαίσια κυνικό στιλ και το απαράμιλλο χιούμορ του συναντήσεις του με προσωπικότητες όπως η Μάργκαρετ Θάτσερ, ο Γιάσερ Αραφάτ, ο Ρούπερτ Μέρντοχ, ο Αλεκ Γκίνες, ο Ρίτσαρντ Μπάρτον.
Σ’ αυτή την πρώτη αυτοβιογραφία του, ο Λε Καρέ (κατά κόσμον Ντέιβιντ Τζον Μουρ Κόρνγουελ), γεννημένος στην Αγγλία το 1931, ως πρώην συνεργάτης των μυστικών υπηρεσιών MI-5 και ΜΙ-6 (κατασκοπίας και αντικατασκοπίας, αντίστοιχα) και ανακριτής των φυγάδων του ανατολικού μπλοκ την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, περιγράφει με άμεσο λόγο, ειλικρινή και λεπτομερειακό, σχεδόν ιστοριογραφικό, μια ολόκληρη εποχή.
Αυτήν ακριβώς μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με τους νέους συσχετισμούς που αναδύθηκαν. Μέσα από ανείπωτες έως σήμερα εξομολογήσεις, επιτρέπει στον αναγνώστη να διεισδύσει στο τι συνέβαινε πραγματικά τότε.
Ουσιαστικά, ο Λε Καρέ κατορθώνει να πρωτοτυπήσει για ακόμη μία φορά: χωρίς σχεδόν καμία αναφορά σε φίλους, οικογένεια ή αμιγώς προσωπικά περιστατικά, «αυτοβιογραφεί» τη νεότερη ιστορία του δυτικού κόσμου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, αυτή η αυτοβιογραφία του είναι ίσως το πιο πολιτικό του έργο.
Ενδεικτικά παραθέτουμε τα εξής αποσπάσματα:
● «Το 1951, μόλις έξι χρόνια μετά το τέλος του πολέμου και δύο χρόνια μετά τη δημιουργία του ανεξάρτητου κράτους της Δυτικής Γερμανίας, ο δόκτωρ Γκλόμπε κατόρθωσε να περάσει αιφνιδιαστικά, για λογαριασμό των πρώην και νυν ναζί συναδέλφων του, μια νομοθεσία που θεωρείται αδιανόητη μέχρι σήμερα…
Για τους δημοσίους υπαλλήλους του χιτλερικού καθεστώτος, των οποίων η σταδιοδρομία είχε τερματιστεί λόγω συνθηκών πέραν του ελέγχου τους, προβλεπόταν εφεξής πλήρης αποκατάσταση των δικαιωμάτων αμοιβής, αναδρομικών και σύνταξης που θα είχαν, αν δεν είχε συμβεί ο Β’ Π.Π. ή αν τον είχε κερδίσει η Γερμανία…
Αυτό είχε άμεσο αποτέλεσμα: η παλιά φρουρά των ναζί προσκολλήθηκε στις καλοπληρωμένες δουλειές. Και η νεότερη, λιγότερο σπιλωμένη γενιά, καταδικάστηκε σε μια ζωή υποβαθμισμένη».
● «Κανόνας υπ’ αριθμόν Ενα του Ψυχρού Πολέμου: τίποτα, μα τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται. Ολοι έχουν κάποιο δεύτερο κίνητρο, αν όχι και τρίτο».
● «Η διαδρομή μου ώς τον Αραφάτ ήταν εξουθενωτική, αλλά εκείνη την εποχή τον περιέγραφαν τόσο ζοφερά ως τον ασύλληπτο και πανούργο πολιτικό που είχε μετατραπεί σε τρομοκράτη, που θα είχα απογοητευθεί αν δεν είχα ταλαιπωρηθεί τόσο για να τον συναντήσω…
Σ’ ένα γραφείο, κάθεται ο πρόεδρος Αραφάτ περιμένοντας να τον ανακαλύψω. Στρέφεται προς το μέρος μου και την ίδια στιγμή πετάγεται όρθιος, ευχάριστα ξαφνιασμένος… “Κύριε Ντέιβιντ!” αναφωνεί. “Γιατί ήρθατε να με δείτε;”. “Κύριε πρόεδρε”, του απαντώ σε υψηλό τόνο. “Ηρθα να βάλω το χέρι μου πάνω στην παλαιστινιακή καρδιά!”…».
● «Το να προσπαθήσεις να περιγράψεις εκείνη τη Ρωσία την εποχή χωρίς βότκα είναι σαν να περιγράφεις μια ιπποδρομία χωρίς άλογα».
● «Το Τείχος του Βερολίνου είχε πέσει… Ο σκοπός του ταξιδιού μας στη Μόσχα ήταν ξεκάθαρος. Ηθελα να πάρω μια γεύση της νέας τάξης πραγμάτων. Αραγε τα νέα αφεντικά του εγκλήματος ήταν τα παλιά αφεντικά με καινούργια ρούχα;».
● «Και η κυρία Θάτσερ με κάλεσε σε γεύμα. Το γραφείο της ήθελε να με προτείνει για μετάλλιο κι εγώ είχα αρνηθεί».
● Στο τέλος, δίνει και μια συμβουλή σε επίδοξους μυθιστοριογράφους (την ίδια που είχε δώσει ο Γκράχαμ Γκριν στον εαυτό του το 1965): «Πριν τελειώσω το γράψιμο της ημέρας, φροντίζω να έχω αφήσει κάτι για αύριο. Ο ύπνος κάνει θαύματα».
Οσο για τον τίτλο «Η σήραγγα των περιστεριών», αυτός φέρει πίσω του μια αρκετά σκοτεινή, σχεδόν οργουελικού συμβολισμού ιστορία, την οποία αποκαλύπτει ο συγγραφέας στην αρχή του νέου βιβλίου του και αφήνουμε τον αναγνώστη να την ανακαλύψει μόνος του.
