Ο τίτλος του σημερινού άρθρου αντιγράφει κατά λέξη τον αντίστοιχο του βιβλίου του Δημήτρη Μαριόλη¹, που αναφέρεται στην εμπειρία από τη συμμετοχή των ΕΑΜιτών υπουργών στην κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» το φθινόπωρο του 1944, αμέσως μετά την απελευθέρωση από τη γερμανική κατοχή.
Ο Μαριόλης, αναλύοντας τη συγκεκριμένη εμπειρία και τις συνθήκες μέσα στις οποίες υλοποιείται, καταλήγει στο εύλογο συμπέρασμα πως η ιδέα της ηγεσίας του ΕΑΜ, ότι θα μπορούσε μέσω της συμμετοχής της στην κυβέρνηση να διασφαλίσει υλικά πλεονεκτήματα για τις κατώτερες τάξεις και να διεκδικήσει τη βελτίωση των συνθηκών ζωής, ήταν εκτός τόπου και χρόνου.
Οι αριστεροί και κομμουνιστές υπουργοί ανέλαβαν τις αρμοδιότητες των Οικονομικών, της Οικονομίας, της Εργασίας και της Γεωργίας, για να διαπιστώσουν πολύ γρήγορα πως το μόνο που τους επιτρεπόταν ήταν να εφαρμόσουν νομισματική και δημοσιονομική πολιτική, διαμορφωμένη μέχρι τις λεπτομέρειές της από τους Αγγλους (και τον Ζολώτα!), η οποία ήταν πρόδηλα αντιλαϊκή και υποστηρικτική των συμφερόντων των κεφαλαιούχων της εποχής – πολλοί εξ αυτών περιβόητοι δωσίλογοι.
Υπό το κράτος ανοιχτού εκβιασμού πως δεν θα δινόταν η απολύτως αναγκαία επισιτιστική βοήθεια, χωρίς την οποία το φάσμα της μαζικής πείνας ερχόταν όλο και πιο κοντά, έγινε αποδεκτή, μεταξύ άλλων, η αύξηση των τιμών των ειδών πρώτης ανάγκης (με την τιμή του ψωμιού να πενταπλασιάζεται), η μείωση των εργατικών μισθών και ημερομισθίων (!) σε σχέση με την κατοχική περίοδο, αυστηρή λιτότητα γενικότερα και δραστική περικοπή των δημόσιων δαπανών!
Τόσο που, όπως σημείωσε ο ΕΑΜίτης υπουργός Οικονομικών Α. Σβώλος τον Μάρτιο του 1945, ανάμεσα στον πολύ κόσμο άρχισε να εμφανίζεται μια διάχυτη «νοσταλγία της κατοχής».
Ολα αυτά, μάλιστα, συμβαίνουν σε σύγκρουση με την πολιτική που εφαρμοζόταν, υπό την αιγίδα των Βρετανών, σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Εκεί υπήρξε, ακριβώς αντίθετα με την Ελλάδα, συστηματική κρατική παρέμβαση στην οικονομία, δραστικός έλεγχος της αγοράς, διευρυμένος οικονομικός προγραμματισμός και, σε πολλές περιπτώσεις, εκτεταμένες εθνικοποιήσεις.
Ο περιορισμός της ανεργίας έγινε πρωταρχικός στόχος της ασκούμενης πολιτικής και γιατί συνέβαλε στην «αναχαίτιση του κομμουνισμού».
Σχεδόν παντού στην Ευρώπη, λοιπόν, είχαμε φιλολαϊκές πολιτικές στήριξης των φτωχών, ενώ στη χώρα μας εφαρμόστηκε πολιτική λιτότητας και εσωτερικής υποτίμησης.
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η ασκούμενη πολιτική, η οποία, μάλιστα, είχε ανατεθεί σε αριστερούς υπουργούς, ήταν και ένας τρόπος για να χάσει το ΕΑΜ τη λαϊκή του απήχηση. Δεν εξηγείται, όμως, μόνο από αυτό.
Οπως σωστά, νομίζω, το θέτει ο Μαριόλης, ήταν και η ιδιοτυπία της ελληνικής αστικής τάξης που «υπονόμευε κάθε περιθώριο υλοποίησης μιας πολιτικής εθνικοποιήσεων, ελέγχου των τιμών, φορολόγησης των κερδών και παραγωγικής ανασυγκρότησης».
Λοιπόν, πιστεύω πως αυτή η ιδιοτυπία είναι διαρκής συνθήκη στη γαλάζια μας πατρίδα.
Και συνίσταται, κυρίως, στο γεγονός πως η καπιταλιστική τάξη στην Ελλάδα κάνει διαχρονικά ρεκόρ σε ό,τι αφορά τις εκμεταλλευτικές της απαιτήσεις.
Πράγμα που εμφανίζεται με έντονο τρόπο και σήμερα – και εξηγεί, μαζί με άλλα, τον ακραίο χαρακτήρα που έχει λάβει η οικονομική κρίση στην Ελλάδα, σε ό,τι αφορά τις καταστροφικές επιπτώσεις στη ζωή του κόσμου της εργασίας, των φτωχών ανθρώπων, των οποίων η επιβίωση εξαρτάται αποκλειστικά από τη δυνατότητά τους να πουλάνε την εργατική τους δύναμη.
Θέλω να πω, τα βάσανα της κοινωνικής πλειονότητας στην Ελλάδα οφείλονται κυρίως στην τρομακτική αρπακτικότητα των κεφαλαιούχων μας, για τους οποίους η κρίση λειτουργεί ως πρώτης τάξεως ευκαιρία.
Πριν από την κρίση η χώρα μας είχε μια από τις χειρότερες διανομές εισοδήματος στην Ευρώπη. Το ποσοστό εκμετάλλευσης ήταν από τα υψηλότερα στην Ε.Ε.
Η εργασιακή ζούγκλα ήδη βρισκόταν σε προχωρημένο στάδιο εξέλιξης.
Η συμμετοχή στη γενιά των 700 ευρώ ήταν η πλειοψηφική προοπτική για τους νέους.
Η εργοδοτική αυθαιρεσία βασίλευε – χαρακτηριστικά, ήδη το 2007, το 48% των υπερωριών στον ιδιωτικό τομέα δεν πληρωνόταν, η αδήλωτη και ανασφάλιστη εργασία ήταν εκτεταμένο φαινόμενο, η φοροδιαφυγή, η εισφοροδιαφυγή και η φοροκλοπή δημιουργούσαν ασφυκτικές συνθήκες.
Σε μεγάλο βαθμό το δημόσιο χρέος αποτελεί δημιούργημα των κεφαλαιούχων, μεγάλων και μικρών, και των τάξεων-στηριγμάτων τους, στο μέτρο που λόγω της αντικοινωνικής φορολογικής στάσης των ευνοημένων, σε μια χώρα που φόρους πλήρωναν μόνο οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι, τα έσοδα μονίμως υπολείπονταν κατά πολύ των δαπανών αθροίζοντας διαχρονικά ελλείμματα.
Επιπλέον, οι ίδιοι καρπώνονταν τους τόκους από τα κρατικά ομόλογα, εφόσον η φοροδιαφυγή και η φοροκλοπή τούς έδινε τη δυνατότητα… να δανείζουν το κράτος.
Αυτά, πριν από την κρίση. Μετά την κρίση, με καβάτζες εκατοντάδων δισεκατομμυρίων σε καταθέσεις σε ξένες τράπεζες, ζουν τον θρύλο τους μεταμορφώνοντας τη χώρα στον απόλυτο εργοδοτικό παράδεισο.
Πριν από 70 και χρόνια η αδύνατη ταξική ανακωχή κατέληξε σε εκατόμβες θυμάτων από τον ανθό της ελληνικής κοινωνίας.
Σήμερα, κάποιοι στην κυβέρνηση νομίζουν πως μπορούν να καλοπιάσουν την άρχουσα τάξη, ώστε να δώσει κάτι και στους αναξιοπαθούντες, που τους έφεραν στη διακυβέρνηση.
Αποδέχονται, έτσι, να εφαρμόσουν, με τύψεις, βέβαια, πολλές, μια νεοφιλελεύθερη πολιτική με ανθρωπιστικά «παράλληλα».
Τότε την πλήρωσαν γενιές ολόκληρες. Δεν βλέπω γιατί θα είναι διαφορετικά τώρα. Υπάρχει απάντηση;
¹ Η αδύνατη ταξική ανακωχή, ΚΨΜ, 2015
*οικονομολόγος, εκπαιδευτικός
