«Yπάρχουν τρεις λέξεις που δεν θέλω να ακούσω απόψε: Βrexit, Ντόναλντ και Τραμπ! Οποιος τις προφέρει θα αναγκαστεί να φύγει…». Ο Τζόναθαν Κόου, αγαπητός και πολυδιαβασμένος, επιβεβαίωσε για ακόμη μια φορά το φλεγματικό χιούμορ του, στην προχθεσινή συνάντησή του με το ελληνικό κοινό, που οργάνωσε ο εκδότης του Νίκος Γκιώνης στον κινηματογράφο «Τριανόν».
Ο 55χρονος Βρετανός συγγραφέας έθεσε εξαρχής τους όρους, αν και κάπου ο ίδιος… ξέφυγε χαρακτηρίζοντας τον Τραμπ καθώς και τον Φάρατζ «γκροτέσκες φιγούρες, καρικατούρες». Ευγενικός, γοητευτικός, έκανε με τους πολυάριθμους θαυμαστές του μια ενδιαφέρουσα συζήτηση γύρω από τα βιβλία του αλλά και την πολιτική σήμερα (συντόνισε η δημοσιογράφος Μαριλένα Αστραπέλλου, με μεταφραστή τον συνάδελφό της Γιώργο Νάστο), ενώ στο τέλος υπομονετικά υπέγραψε δεκάδες αντίτυπα των βιβλίων του.
Το τελευταίο βιβλίο του Τζόναθαν Κόου «Αριθμός 11» (εκδ. Πόλις, μτφρ. Αλκηστις Τριμπέρη), ένα πολιτικό μυθιστόρημα, είναι μια ανελέητη σάτιρα της Βρετανίας του Τζορτζ Οσμπρον και του Ντέιβιντ Κάμερον, με τις κοινωνικές ανισότητες, τις τράπεζες τροφίμων, τις εκπομπές ριάλιτι, την ανέγερση κτιρίων-μεγαθηρίων, το διαδικτυακό μπούλινγκ, τους λίβελους στις εφημερίδες.
Δεν είμαι αισιόδοξος αυτή την εποχή, όμως δεν θα ήθελα να είμαι και φοβισμένος. Πιστεύω ότι πρέπει να είμαστε ρεαλιστές και να παρακολουθούμε τι συμβαίνει στον κόσμο. Το 2016 ήταν μια πολύ άσχημη χρονιά από πολλές απόψεις. Ο θυμός που υπάρχει στον κόσμο δεν ξέρουμε τι μορφή θα πάρει…
• Πώς προέκυψε ο τίτλος του;
«Παραπέμπει στον αριθμό της κατοικίας του υπουργού Οικονομικών στην Ντάουνινγκ Στριτ, ενώ ταυτόχρονα είναι και το 11ο κατά σειρά μυθιστόρημά μου. Αφού έβαλα τις ιδέες μου στο χαρτί -το προτιμώ από τον κομπιούτερ- δεν είχα τίτλο, απλώς σημείωσα τον αριθμό 11… και μου άρεσε.
»Είναι ένα βιβλίο που κοιτάζει προς τα μέσα και προς τα έξω ταυτοχρόνως. Εξωστρεφές καθώς αναφέρεται στην πολιτική κατάσταση στη Βρετανία σήμερα, ενώ θέτει ως κεντρική ερώτηση την αξία που έχει η πολιτική σάτιρα σήμερα. Εσωστρεφές, επειδή ένας ήρωάς μου, ο Ρότζερ, εμμονικός με το παρελθόν και με μια ταινία τρόμου, έχει το δικό μου μεσαίο όνομα».
• Ποιο ήταν το έναυσμα για να το γράψει;
«Ηθελα να αρχίσω με τη μεγάλη σκιά που έπεσε στη Βρετανία αλλά και στην παγκόσμια πολιτική σκηνή μετά την έναρξη του πολέμου στο Ιράκ, το 2003. Αυτός ο πόλεμος βασίστηκε στο ψέμα ότι ο Σαντάμ έχει στην κατοχή του όπλα μαζικής καταστροφής. Αυτό διέλυσε την εμπιστοσύνη των πολιτών στις κυβερνήσεις. Τότε άρχισε ο κόσμος να αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό τον Τόνι Μπλερ. Δεν μου αρέσουν οι θεωρίες συνωμοσίας, ξέρω όμως ότι κάτι βρομάει από την πλευρά της κυβέρνησης σε αυτή την υπόθεση».
• Ο «Αριθμός 11» είναι σίκουελ της μεγάλης του επιτυχίας «Τι ωραίο πλιάτσικο!», που αναφέρεται στη θατσερική Βρετανία;
«Σε διάλογο θα έλεγα, αφού οι περισσότεροι ήρωες από το “Τι ωραίο πλιάτσικο!” στο τέλος πεθαίνουν. Στην αρχή σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να συνεχίσω με τους ίδιους, σαν φαντάσματα, ή σαν ένα όνειρο… Αλλωστε, έχω εκατοντάδες χαρακτήρες στα βιβλία μου που δεν έχουν πει όλες τις ιστορίες τους. Γιατί να είναι… άχρηστοι;».
• Ποια είναι η σχέση του με τη σάτιρα;
«Μου αρέσει όταν γράφω ο ρεαλισμός να μετατρέπεται σε παρωδία μυθιστορήματος ή ταινίας γοτθικού τρόμου. Ηθελα να κάνω τον αναγνώστη να αισθανθεί άσχημα, να βρίσκεται σε μια κατάσταση ανησυχίας. Παρατηρώ ότι στη Βρετανία γελάμε με την πολιτική σάτιρα αλλά με αντανακλαστικό τρόπο. Δεν νιώθουμε την ανάγκη να αλλάξουμε τα πράγματα.
Τον τελευταίο χρόνο η δημόσια συζήτηση στη χώρα μου επικεντρώνεται σε δύο κυρίαρχα στοιχεία, τον φόβο και τη νοσταλγία. Φόβο για τον άλλον, τον μετανάστη και νοσταλγία πώς θα γίνει η Βρετανία “ξανά ένα περήφανο έθνος” ή πώς “να κάνουμε τις ΗΠΑ ξανά μεγάλες”, όπως είπε ο Τραμπ».
• Από τα βιβλία που έχει γράψει ποιο αγαπάει περισσότερο;
«Δεν μπορώ να διαλέξω επειδή δεν είμαι αντικειμενικός αναγνώστης. Ομως, από την επαφή μου με τον κόσμο σε εκδηλώσεις και στα κοινωνικά δίκτυα έχω δυνατή αίσθηση ποια βιβλία μου προκαλούν έντονες αντιδράσεις. Είναι τρία: “Το σπίτι του ύπνου”, “Η λέσχη των τιποτένιων”, “Σαν τη βροχή πριν πέσει”. Γι’ αυτό και είναι τα αγαπημένα μου».
