Χαμηλότερα επιτόκια και μεγαλύτερη διάρκεια αποπληρωμής των δανείων είναι, σύμφωνα με την κυβέρνηση, οι δύο βασικές παράμετροι προκειμένου το χρέος των 328,3 δισ. ευρώ να μπορέσει να καταστεί βιώσιμο.
Τις ελληνικές θέσεις πάνω σε αυτό το θέμα ανέπτυξε, χθες, ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Γιώργος Χουλιαράκης στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής.
Πρόκειται για τα σενάρια βιωσιμότητας που έχει συντάξει η ελληνική πλευρά στη βάση υποθέσεων που έχει κάνει ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM).
Σύμφωνα με τον Γιώργο Χουλιαράκη, η παραμετροποίηση και μόνον των μέτρων για το χρέος θα επιτρέψει στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) να εντάξει την Ελλάδα στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, ενώ όπως είπε η απόφαση του Eurogroup της 25ης Μαΐου είναι συμβατή μόνο με χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα.
«Είναι πολύ λίγες οι χώρες που μπόρεσαν να διατηρήσουν πρωτογενή πλεονάσματα για 3 χρόνια και ελάχιστες εκείνες που μπόρεσαν να το κάνουν για 5 χρόνια», είπε ο υπουργός, κρίνοντας εφικτό τον στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ το 2018, όχι όμως και για το 2019 ή το 2020, έτη για τα οποία η ελληνική πλευρά επιδιώκει να κατεβάσει τον πήχη στο 2,5% και 2%, αντίστοιχα.
Μόνον έτσι, σύμφωνα με τον υπουργό, θα μπορέσει να δημιουργηθεί δημοσιονομικός χώρος για να μειωθούν τα φορολογικά βάρη των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων και να μπει σε ενάρετο κύκλο η ελληνική οικονομία.
Σύμφωνα με τον κ. Χουλιαράκη, ο ορισμός για τη βιωσιμότητα του χρέους που έδωσαν οι Βρυξέλλες είναι σύμφωνος με τις ελληνικές θέσεις.
Ενώ πριν από το Eurogroup της 25ης Μαΐου η βιωσιμότητά του κρινόταν με τον δείκτη χρέους προς ΑΕΠ, ύστερα από αυτό η βιωσιμότητα ελέγχεται με βάση τις ετήσιες χρηματοδοτικές ανάγκες προς το ΑΕΠ. Πιο συγκεκριμένα από το εάν οι δαπάνες για τοκοχρεολύσια θα ξεπερνούν το 15% του ΑΕΠ έως το 2030 και το 20% του ΑΕΠ μετά τα μέσα του 2030.
Ο υπουργός ανέφερε πως με το βασικό σενάριο του ESM το οποίο προβλέπει μέση ανάπτυξη 3,3% του ΑΕΠ και πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ έως το 2028, το κατώφλι του 15% του ΑΕΠ για το ύψος των δαπανών των τοκοχρεολυσίων το ξεπερνούμε το 2030-2032, χωρίς να υπάρξει καμία παρέμβαση στο χρέος.
Σύμφωνα με τον κ. Χουλιαράκη, αν τα πρωτογενή πλεονάσματα μειωθούν στο 2,5% του ΑΕΠ από το 2019 η βιωσιμότητα του χρέους, δηλαδή το κατώφλι δαπανών 15% του ΑΕΠ για τα τοκοχρεολύσια, χάνεται ήδη από το 2025 και το κατώφλι του 20% ήδη από το 2030.
Εάν, όμως, κατά τον υπουργό:
● «Ενσωματώσουμε ένα σενάριο με χαμηλά σταθερά επιτόκια», τότε το απόθεμα χρέους μειώνεται σε βάθος 40 ετών και οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες θα ξεπεράσουν το 15% το 2030.
● «Επεκτείνουμε και τη λήξη των δανείων του EFSF», το απόθεμα του χρέους μειώνεται στο 80% του ΑΕΠ σε βάθος 40 ετών και οι ανάγκες εξυπηρέτησης του χρέους πέφτουν κάτω από το 15% του ΑΕΠ το 2030 και μετά.
«Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως η απομείωση του χρέους είναι πολύτιμος κρίκος για να βγει η χώρα από την κρίση, αλλά δεν αποτελεί πανάκεια», επισήμανε ο επικεφαλής του Γενικού Λογιστηρίου και προσέθεσε πως η βιωσιμότητα του χρέους κρίνεται από τους ρυθμούς μεγέθυνσης του ΑΕΠ σε σταθερές τιμές, από το ύψος των ονομαστικών επιτοκίων δανεισμού από τις αγορές, από το ύψος του πληθωρισμού και το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων.
