Πρωτοπόρος οινοπαραγωγός, πετυχημένος επιχειρηματίας και πολιτικός, ο Γιάννης Μπουτάρης έχει τη φήμη του αντισυμβατικού.
Από τον τρόπο ζωής του και όπως αποτυπώνεται στα εξωτερικά χαρακτηριστικά, το σκουλαρίκι και τα τατουάζ, τα ολοστρόγγυλα χρυσά γυαλάκια… Τίποτα από αυτά ωστόσο δεν υποδηλώνει το συλλεκτικό πάθος του με τα κιτς αντικείμενα.
Ή μήπως αυτή η ακομπλεξάριστη συλλεκτική πράξη επιβεβαιώνει, ακριβώς, τη φήμη του νυν δημάρχου Θεσσαλονίκης;
Ο Γιάννης Μπουτάρης από τη δεκαετία του ’80 συλλέγει πλήθος αντικειμένων από αυτά που δεν θέλεις να ξέρεις. Ζωάκια από πορσελάνη ή πλαστικό, πορτρέτα πολιτικών σε κούπες, μπούστα γυναικών και ημίγυμνες σε ερωτικές πόζες…

Αυτοκινητάκια, αναπτήρες, πιατάκια, τασάκια, τσαγιέρες, ενθύμια πόλεων, όπως ο Παρθενώνας, ο Λευκός Πύργος, ο Πύργος του Αϊφελ ή το Manneken Pis («Ο μικρός που ουρεί») των Βρυξελλών κ.ά.
Το αθηναϊκό κοινό θα δει 500 από αυτά στην έκθεση «Το χάος των αναμνήσεων. Αφηγήσεις από τη συλλογή με τα κιτς αντικείμενα του Γιάννη Μπουτάρη» στην γκαλερί «a.antonopoulou» (23/9-29/10).
Την επιμελήθηκε η γκαλερίστα Αγγελική Αντωνοπούλου, δημιουργώντας ενότητες με ιστορίες, ενώ στο σύνολό της παραπέμπει σε ενιαία εγκατάσταση σύγχρονης τέχνης.
Ο τίτλος της εκπορεύεται από εκείνο που έγραψε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, «κάθε πάθος συνορεύει με το χάος, όμως το συλλεκτικό πάθος εγγίζει τα όρια του χάους των αναμνήσεων», και μας το θυμίζει ο Χριστόφορος Μαρίνος, στο εξαιρετικό θεωρητικό κείμενο του καταλόγου.
• Ετοιμάσατε μια πρωτότυπη έκθεση;
Πρωτότυπη, δεν ξέρω. Δεν ήταν δική μου ιδέα. Η νύφη μου είναι εστέτ και με υπεραγαπάει – ό,τι κάνω το βρίσκει τέλειο. Μου πρότεινε να κάνουμε μια έκθεση με την Αγγελική Αντωνοπούλου.
Ηρθε η Αγγελική, τα είδε, της άρεσαν και προέκυψε η έκθεση. Η συλλογή έχει πάνω από 1.500 αντικείμενα. Η Αγγελική θα παρουσιάσει, σε αποκλειστικά δικές της επιλογές, καμιά 500αριά. Εγώ τα έχω φύρδην-μίγδην. Εκείνη έκανε κάτι σοβαρό, τα κατηγοριοποίησε σε θεματικές ενότητες. Και να σου πω την αμαρτία μου, μου άρεσε. Αν και κατά τη γνώμη μου παραείναι «κομιλφό».

• Τι ιστορίες θα δούμε;
Διάφορες, από τσόντες μέχρι την Κιβωτό του Νώε.
• Πώς ξεκινήσατε να συλλέγετε κιτς αντικείμενα;
Τη δεκαετία του ’80 που ταξίδευα πολύ, τα αγόραζα κυρίως στα αεροδρόμια από τα μαγαζιά με αντικείμενα λαϊκής τέχνης μέχρι ό,τι μπούρδα αναμνηστικών φαντάζεσαι.
Συνήθως είναι άσχημα, κακότεχνα, από υλικά χαμηλής ποιότητας, ενθύμια χωρίς ιδιαίτερη σημασία. Σιγά σιγά όμως, άρχισα να τα ψάχνω.
Οταν επέστρεφα από τα ταξίδια με τέτοια, η γυναίκα μου δεν μου μιλούσε μια βδομάδα. Στο μεταξύ, εκδόθηκε το «Κάτι το ωραίον» το οποίο περιέγραφε την αξία του κιτς. Κατέληξα να λέω ότι η αισθητική είναι τρόπος και αντίληψη ζωής.
• Τι ορίζετε ως κιτς;
Ο,τι ενοχλεί την αισθητική μου, ό,τι με αναστατώνει με την ασχήμια του. Τα υλικά των κιτς είναι ευτελή, μιμούνται το αυθεντικό, αλλά συμπορεύονται και με την ομορφιά που δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την ασχήμια.
• Υπάρχουν πιο προσωπικά αντικείμενα στη συλλογή;
Οχι, εκτός από κάνα δυο που τα δείχνω πάντα. Δύο κέρατα σε περίεργη βάση, από το οποίο βγήκε το «ήπιε τα κέρατά του». Μια σειρά παπάδες με καλόγριες που παίζουν τάβλι.
Τα είχα βρει στην Τήνο και αργότερα έμαθα ότι απαγορεύτηκαν γιατί, λέει, δυσφημούσαν το παπαδαριό. Ενα άλλο τεράστιο από μπρούτζο με μια ημίγυμνη γυναίκα που κάθεται με την πλάτη και επάνω της έχει ένα ρολόι που γυρνάει. Δεν μπορείς να φανταστείς τι ασχήμια.
• Εσείς είχατε σχέση με τη σύγχρονη τέχνη, συλλέγατε γενικότερα;
Οταν πρωτοπαντρεύτηκα είχα την τάση να συλλέγω. Δώρισα τους πίνακες στο ΜΜΣΤ, του οποίου είμαι ιδρυτικό μέλος. Είχα πολύ καλή σχέση με τον Ιόλα τον μακαρίτη και με τον Αλέξη Ακριθάκη, όταν έμενε για μεγάλο διάστημα στη Θεσσαλονίκη.
Μικρός μάζευα τσίγκινα στρατιωτάκια, οι αφίσες μού άρεσαν, αλλά με τη συλλογή των κιτς διασκεδάζω πολύ.
• Τι θυμάστε από τον Αλέξανδρο Ιόλα;
Είχε έναν καμαρότο, τον έλεγε «η κουφή». Ηταν ναυτικός στο «Ελλη» όταν τορπιλίστηκε και έμεινε κουφός. Τον είχε πάντα δίπλα του μαζί με μια μαγείρισσα, γύφτισσα. Πήγαινα στο σπίτι στην Αγία Παρασκευή.
Τι δεν είχε εκεί… Καθόμασταν οι τέσσερίς μας στην κουζίνα και παίζαμε ξερή. Με πιάνουν τα γέλια που τα σκέφτομαι. Δεν περιγράφονται οι σκηνές που ζούσαμε. Ηταν ωραία.
• Υπάρχει χάος στις αναμνήσεις σας ή έχετε βάλει τάξη;
Δεν υπάρχει λόγος να βάλεις τάξη. Είναι σαν τα κομμάτια ενός παζλ. Τα ρίχνεις όλα στον κουβά και όταν θέλεις κάτι συγκεκριμένο να θυμηθείς, ανασύρεις από εκεί.
• Πώς σχολιάζουν οι κύκλοι σας το σκουλαρίκι και τα τατουάζ;
Αυτά είναι υπόλοιπα της ζωής μου, τι να κάνω. Εκανα το πρώτο τατού το ’74 και το σκουλαρίκι είναι φυλαχτό. Είμαι Βλάχος και ο πατέρας μου φορούσε σκουλαρίκι μέχρι τα 16 του. Εγώ το φόρεσα όταν γεννήθηκε η εγγονή μου, πριν από 20 χρόνια. Της έχω λατρεία.
