Του Θανάση Βασιλείου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τoν χειμώνα του 1945, σε μια δύσκολη -σχεδόν ανάλογη με τη σημερινή- περίοδο της νεότερης ιστορίας, η Ελλάδα άδειαζε. Επειτα από συμφωνίες και διπλωματία, η πρωτοβουλία δύο φιλελλήνων, του διευθυντή του Γαλλικού Ινστιτούτου Οκτάβ Μερλιέ και του γραμματέα του Ινστιτούτου Ροζέ Μιλλιέξ, ήταν γεγονός.

Ενα πλοίο, το θρυλικό «Ματαρόα», θα μετέφερε στη Γαλλία, μέσω Ιταλίας, 200 νέους αριστερούς, αντιστασιακούς, δημοκράτες επιστήμονες και καλλιτέχνες: μετέφερε τον ανθό της Ελλάδας, ή καλύτερα εκείνους που η Ελλάδα θεωρούσε επικίνδυνους και ανεπιθύμητους.

Αργότερα, όλοι τους θα φώτιζαν την επιστήμη, τον στοχασμό, τις τέχνες και τα γράμματα της Γαλλίας και του κόσμου, με την Ελλάδα να καμαρώνει.

Υπήρξε μια γραμμή από τη δικτατορία Μεταξά, την Κατοχή, την Αντίσταση και τον Εμφύλιο στη μεταπολεμική τάξη και από εκεί στα long sixties –την ταραγμένη δεκαετία του ’60, των φοιτητικών κινημάτων, της ειρήνης, της αμφισβήτησης αλλά και των δυτικών μαρξισμών– έως τη δικτατορία του 1967 και τη «στιγμή» του Πολυτεχνείου 1973.

Στη χώρα των εθνικοφρόνων, η νεολαία του Ψυχρού Πολέμου ζητούσε φωνή, παιδεία, ελευθερία, ειρήνη και δημοκρατία∙ ειρήνη και 1-1-4, όχι απλώς ως απουσία πολέμου, αλλά ως απουσία πραξικοπημάτων, αποκλεισμών, εμφυλίων, βίας, εξορίας και εκτοπισμών.

Και τα ήθελε αυτά, ειδικά στα χρόνια της χούντας όπου οι δικτάτορες είχαν υποκαταστήσει τον διάλογο με ανακοινωθέντα και αντικομμουνισμό και πίστευαν ότι θα φύτρωνε «δημοκρατία» αν έσπερναν με τανκς τα «Πιστεύω» του παραληρηματικού Γ. Παπαδόπουλου.

Περπατούσαμε, την περασμένη εβδομάδα, στον ήσυχο χώρο του Πολυτεχνείου με τον ομόχρονό μου πρύτανη της Σχολής Καλών Τεχνών, τον Πάνο Χαραλάμπους, μιλώντας για τα σημερινά, για τα πλήγματα και την κακοποίηση του δημόσιου χώρου, για τη θερμοκέφαλη νεολαία, τις ανιστόρητες κομματικές παρατάξεις…

Φτάσαμε στο Μνημείο: το «Κεφάλι», την «Πύλη» όπως τη διαμόρφωσε το τανκ και, δίπλα, τη στήλη με τα ονόματα φοιτητών του Πολυτεχνείου που έχυσαν το αίμα τους στην Κατοχή.

«Κι όμως, παρότι φαινομενικά αταίριαστα», ήταν το σχόλιο του Χαραλάμπους, «τα μέρη της μνημειακής σύνθεσης βγάζουν κάποιο νόημα, μια συνέχεια του ελληνικού πολιτικού βίου, τη μνήμη της νεότερης ιστορίας. Φωτίζουν την πραγμάτευση με τον κληρονομημένο κόσμο μας: το “Κεφάλι” δείχνει τη σκέψη, το φρόνημα, τη στοχαστική αναλαμπή –τα ελλείποντα του σήμερα.

Η κατεστραμμένη “Πύλη”, όπως “ξαπλώνει” σκουριασμένη, δείχνει τη βία των τυράννων –τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι αντιστεκόμενοι. Η στήλη με τα ονόματα δείχνει το ηθικό χρέος, το παράδειγμα».

Ανατρέχω στις γενεαλογίες. Το «Κεφάλι» είναι έργο ενός από τους σημαντικότερους παραστατικούς Ελληνες γλύπτες: του Μέμου Μακρή –ποιητή της ύλης, διεθνιστή καλλιτέχνη, ακούραστου αγωνιστή της ειρήνης∙ ενός τέκνου της σημαδεμένης γενιάς που το 1945 έφυγε με το «Ματαρόα».

O Μακρής, επιστρέφοντας το 1975 στην Ελλάδα -και παίρνοντας πίσω την ελληνική του ιθαγένεια-, φιλοτέχνησε και χάρισε την «Κεφαλή» στη μνήμη της εξέγερσης.

Το «Κεφάλι» είναι του καθηγητή του Πανεπιστημίου της Σορβόνης, ιστορικού Νίκου Σβορώνου∙ ενός ανθρώπου που έμεινε πιστός στην αντίσταση κατά του φασισμού και κατά της βαρβαρότητας κάθε μορφής.

Εκλαιγε ο Σβορώνος καθώς μιλούσε για την πείνα της Κατοχής στη γειτονιά του: «βούιζε η γειτονιά από τα παιδάκια… και στην περίοδο της πείνας τα βουητά είχαν σωπάσει… Ηταν για μένα το πιο φανερό σημάδι της καταπίεσης και της θλίψης της Κατοχής… Τι να πει κανείς άλλο;». Ο Σβορώνος, κι αυτός συνταξιδιώτης του Μακρή στο «Ματαρόα», είχε γυρίσει στην Ελλάδα μετά τη δικτατορία.

Θέλω να πω ότι οι νέοι του ’73 είχαν πίσω τους προηγούμενους νέους, της Κατοχής και της Αντίστασης… τους νέους του «Ματαρόα». Το Πολυτεχνείο, ξανά, ήταν υπόθεση της νεολαίας που ζητούσε δημοκρατία, ελευθερία και ψωμί.

Βέβαια, στη συνέχεια, τα κόμματα ενσωμάτωσαν άτομα καταληψιών «ειδικού βάρους» στο προσωπικό τους, με αποτέλεσμα να αποριζοσπαστικοποιηθεί και να κατηγορηθεί συλλήβδην το πνεύμα της νεανικής φοιτητικής εξέγερσης.

Ειδικά μετά το 1981, το Πολυτεχνείο κατάντησε μια μνήμη-κουρελού. Με μπαλώματα και σουβλάκια, σχεδόν ικανοποιητικά, για να επιβραδύνουν το ξέφτισμα.

Κι όμως, οι ταυτότητες του ’60 και του ’70, το υποκείμενο του νεολαιίστικου κόσμου που συγκρούστηκε με τον Λόγο της βίας, της μητριάς πατρίδας, προκάλεσαν το «συμβάν» που, με τη σειρά του, απονομιμοποίησε το πείραμα Μαρκεζίνη και σήμανε την αρχή του τέλους της χούντας αλλά και την κυπριακή τραγωδία.

Μόλις εφέτος, έπειτα από τόσα χρόνια, ακούγοντας το «αδέρφια μας στρατιώτες…», πρόσεξα κάτι: ότι εκείνη τη νύχτα, ο Δημήτρης Παπαχρήστος συνέχιζε τον Εθνικό Υμνο απαγγέλλοντας και τις υπόλοιπες στροφές του ποιήματος του Διονυσίου Σολωμού…

«Και ακαρτέρει, και ακαρτέρει / φιλελεύθερη λαλιά…»∙ και αυτό κάτι λέει. Κούφιες, νεανικές ειδωλολατρίες και σχολικές γιορτές περί «ηρωικών ημών προγόνων», λοιπόν, ή κάτι ενεργό με συνέχειες που ζητά εκπληρώσεις;

Και ποιος ύμνος να αξίζει στη νεολαία τού τότε; Του τώρα; Με τα λόγια του Κάλβου:

… Εσάς προσμένει η γη μου∙ εκεί τα σφάγια, / και τ’ άνθη εκεί πλουτίζουσι, και η σμύρνα, / χίλιους ναούς∙ τους έκτισαν ανίκητα / της ιεράς Ελευθερίας τα χέρια…

Μάλλον, τίποτα δεν έχει κλείσει. Ο ίδιος κύκλος «νεολαία» –πρώτοι στην ανεργία, πρώτοι σε απώλειες δομών παιδείας, πρώτοι στο διώξιμο των ταλαντούχων-, έχει μείνει ανοιχτός 43 χρόνια μετά. Πολλά χρόνια μετά…