Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Να πάμε σινεμαδάκι; Σε κλειστό δεν πάω. Παίζει τίποτα καλό; Να πάμε σ’ αυτό που έχει και σουβλάκια.

Οι κινηματογραφικοί διάλογοι του ελληνικού καλοκαιριού είναι καλύτεροι από τις ταινίες του.

Απ’ όταν τα θερινά ξεκίνησαν να παίζουν ταινίες πρώτης προβολής, διανομείς, αιθουσάρχες και κοινό μπερδεύτηκαν σ’ ένα κουβάρι που, ακόμα, φέρνει χαμηλά εισιτήρια και χαμηλή ποιότητα στις αίθουσες.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι περισσότεροι θεατές το καλοκαίρι πηγαίνουν σινεμά για ν’ απολαύσουν τη βραδιά, τη θέα γύρω από την οθόνη, την ξεκούραση, την πολιτισμική ιδιαιτερότητα του ανοιχτού θερινού.

Γι’ αυτό και με μεγαλύτερη ευκολία απ’ ό,τι τον χειμώνα θα πληρώσουν ένα εισιτήριο των 8 ευρώ, ακόμα κι αν κάθονται σε άβολες καρέκλες, η ταινία ξεκινά πριν σκοτεινιάσει αρκετά ώστε να διακρίνεται η εικόνα και ο ήχος δεν ξεπερνά τις κουβέντες στα γύρω μπαλκόνια.

Ισως μ’ αυτή τη βεβαιότητα κι οι Ελληνες διανομείς αδειάζουν στη θερινή σεζόν τις ταινίες τους με το τσουβάλι.

Υπάρχουν οι τίτλοι που ταιριάζουν πράγματι στην εποχή, υπάρχουν τα blockbusters, η έξοδος των οποίων επιβάλλεται από το αμερικανικό καλοκαίρι (για να είναι επίκαιρες, για να μην προλάβουν να βγουν για κατέβασμα), αλλά υπάρχουν κι όλες οι αδύναμες ταινίες που δεν αντέχουν τον ανταγωνισμό της χειμερινής σεζόν ή θα «παλιώσουν» πολύ ώς το φθινόπωρο κι έτσι φορτώνονται στους καλοκαιρινούς μήνες, συχνά με προδιαγεγραμμένη την αποτυχία τους.

Ετσι έφτασε το «Desde Alla», το «Από μακριά» του Λορέντζο Βίγας, η ταινία που τιμήθηκε με τον Χρυσό Λέοντα στο τελευταίο Φεστιβάλ Βενετίας, να τραβήξει λιγότερους από 1.000 θεατές στη χώρα μας.

Ετσι έγινε και την εβδομάδα του Δεκαπενταύγουστου, μία από τις παραδοσιακά χειρότερες του χρόνου για τις κινηματογραφικές εισπράξεις, όταν ολόκληρη η Ελλάδα βρίσκεται σε διακοπές της βαθιάς καλοκαιρινής ραστώνης, βγήκαν στις αίθουσες οκτώ νέες ταινίες.

Από την άλλη πλευρά, η σταθερή αξία του καλοκαιριού, ανέκαθεν αλλά και φέτος, είναι οι επανεκδόσεις.

Το ελληνικό κοινό έχει συνηθίσει να βλέπει το καλοκαίρι επαναλήψεις και, ελλείψει, πια, των επαναλήψεων της χειμερινής σεζόν, στρέφεται στην ασφάλεια του κλασικού.

Αυτό λειτουργεί ακόμα και με «επανεκδόσεις» χαμηλής τεχνικής ποιότητας, όπου μια παλιά κόπια βγαίνει από την αποθήκη, ξεσκονίζεται και φορτώνεται στη μηχανή.

Λειτουργεί ακόμα καλύτερα όταν η επανέκδοση είναι αληθινή, όταν η ταινία προβάλλεται με την τεχνική επεξεργασία που την έχει καθαρίσει, φρεσκάρει, περιποιηθεί, μεταφέρει σε ψηφιακή μορφή: όπως συνέβη με τον «Νονό», που σε μία μόνο αίθουσα πέρασε τις 7.000 εισιτήρια αυτό το καλοκαίρι, ή με το διπλό αφιέρωμα στον Βιμ Βέντερς, με τα «Φτερά του έρωτα» και το «Παρίσι, Τέξας», που, εν πάση περιπτώσει, αποτέλεσε μια καλλιτεχνική πρόταση με συμφέρον εισιτήριο.

Οι παιδικές ταινίες, εκείνες που βοηθούν τους γονείς να απασχολήσουν τα παιδιά τους όταν τα σχολεία είναι κλειστά, έχουν πάντα επιτυχία το καλοκαίρι.

Το «Η Εποχή των Παγετώνων: σε τροχιά σύγκρουσης» κλείνει δύο μήνες προβολών και πλησιάζει τις 200.000 εισιτήρια, ενώ από κοντά ακολουθούν ταινίες σαν το «Angry Birds» ή το «Μπάτε σκύλοι αλέστε», πιο πρόσφατο αλλά με ανοδική πορεία που δεν αναχαιτίζεται.

Ομοίως και οι ταινίες «είδους», όπως το «Conjuring 2» ή το… ανατρεπτικά καλοκαιρινό «Σε ρηχά νερά» που προσφέρονται για αγωνία και χαβαλέ στο ανοιχτό σινεμά με αφθονία σε πατατάκια, ποπ-κορν, αναψυκτικά, άντε και καμιά μπίρα.

Ταυτόχρονα, το πιο «ελαφρά καλλιτεχνικό» κοινό, εκείνο που θα δει ευρωπαϊκό σινεμά αλλά δεν θέλει και να πολυσκοτίζεται το καλοκαίρι, αναδεικνύει τις απρόσμενες επιτυχίες της σεζόν.

Οπως συνέβη πριν από δύο χρόνια με τον εμπορικό θρίαμβο της γαλλικής κωμωδίας «Θεέ μου, τι σου κάναμε;».

Οπως, ακριβώς, συνέβη φέτος, με την ιταλική κωμωδία «Πού πάω, Θεέ μου;» με την οποία ήδη ταυτίστηκαν 50.000 θεατές, πικρογελώντας με το una faccia una razza της μεσογειακής νοοτροπίας του αργόσχολου και βολεμένου δημόσιου υπαλλήλου – άλλωστε συνειδητά έγινε κι η επίκληση του… Θεού στον ελληνικό τίτλο, παραπέμποντας στη γαλλική επιτυχία, μια και ο πρωτότυπος τίτλος «Quo Vado?» δεν Τον περιλαμβάνει.

Κατακλείδα σ’ αυτούς τους ατάκτως ερριμμένους τίτλους, η έξοδος, την περασμένη εβδομάδα, του «Café Society» του Γούντι Αλεν, που έχει δημιουργήσει τη δική του παράδοση. Η οποία δεν χρειάζεται στοιχεία, αποδίδεται από την… προφορική παράδοση.

Τη διατύπωσε κυρία που περίμενε, την πρώτη Παρασκευή της προβολής της, στη μεγάλη ουρά έξω από το σινεμά, συναισθανόμενη ότι ήταν πιθανό να μην μπει: «Αμάν κι αυτός ο Γούντι Αλεν, κάθε φορά αυτό κάνει, περιμένει το τέλος του καλοκαιριού για να βγει και να τα μαζέψει όλα τα λεφτά».

Κι αν θεωρούμε ότι ο Γούντι Αλεν δεν έχει ακριβώς αυτή τη στρατηγική σχετικά με το ελληνικό κινηματογραφικό καλοκαίρι, η ελληνική διανομή οπωσδήποτε πρέπει να βελτιώσει τη δική της, για να μην κάνει στις ταινίες της πατητή στα βαθιά.