Με αφορμή το άρθρο του συναδέλφου Γεωργίου για τη δημόσια χρήση της ιστορικής γνώσης («Εφ.Συν.», 30/9/2016) και τη σωστή, επιστημολογικά, θέση του ότι η χρήση αυτή δεν μπορεί παρά να «υπακούει (…) σε τελευταία ανάλυση σε πολιτικές αξίες, δηλαδή στις ανεξαργύρωτες αξίες του πολιτικού διαφωτισμού», θα ήθελα επίσης να καταθέσω κάποιες σχετικές απόψεις.
Επισημαίνεται εδώ η ιδιαίτερης επιστημολογικής, τεχνοεπιστημονικής αλλά και κοινωνικο-πολιτικής σημασίας έμφαση του διαφωτισμού στα διόλου ανεξάρτητα μεταξύ τους φαινόμενα της επιστημονικής και τεχνολογικής ανάπτυξης, της διάδοσης της γνώσης αλλά και της γέννησης της πολιτικής έννοιας του «έθνους», την οποία «εμπλουτίζει με τα πολιτιστικά περιεχόμενά του και τις φαντασιακές ανασυγκροτήσεις του παρελθόντος» το κίνημα του ρομαντισμού του 19ου αιώνα (Περικλής Σ. Βαλλιάνος, «Ο προς την εθνικήν αμιξίαν πόθος: η τραγωδία της νεοελληνικής ιδεολογίας», στο The Athens Review of books, Σεπτέμβριος 2016, σ. 60).
Οι αντιφατικές βιβλιογραφικές εκτιμήσεις της συμμετοχής των δύο αυτών ρευμάτων –του διαφωτισμού και του ρομαντισμού– στη δημιουργία του έθνους-κράτους, και πολύ περισσότερο στην άνοδο του εθνικισμού, απαιτούν κάποια διευκρινιστικά σχόλια. Μια σειρά, εξάλλου, σχετικών άρθρων μου από τη φιλόξενη αυτή στήλη για την ελληνική ιδιαιτερότητα, τον Ελληνισμό και τον διεθνισμό, καθώς και για τη διαχρονική μας ιδιοπροσωπία («Εφ.Συν. 3/11/2015, 1/12/2015 και 26/2/2016, αντίστοιχα), κάνει επίσης απαραίτητες τις σημερινές μου διευκρινίσεις.
Ο επιστημονικός και τεχνολογικός ρασιοναλισμός του διαφωτισμού, που αναλύθηκε από τους Τέοντορ Αντόρνο και Μαξ Χορκχάιμερ, με την «κριτική θεωρία» της Σχολής της Φρανκφούρτης, οδηγεί σε μια πλήρως εξορθολογισμένη κοινωνία που, έχοντας παρανοήσει την έννοια της προόδου και έχοντας επίσης διαρρήξει την πλήρη ενότητα του ανθρώπου με τη φύση, μονίμως επιδιώκει την κυριαρχία της πάνω σε αυτή.
Ο Χάμπερμας –επίσης στο πλαίσιο της «κριτικής θεωρίας»– δεν ασκεί τόσο ριζοσπαστική κριτική στον διαφωτισμό και στις αρχές του, θεωρώντας ωστόσο ότι το διαφωτιστικό πρόταγμα δεν είναι πλήρες και ότι δεν πρέπει να απορριφθεί αλλά να συμπληρωθεί και να ολοκληρωθεί.
Οπως και να ‘χει (αν και πιστεύω ότι η θέση του Χάμπερμας είναι επιστημολογικά και κοινωνιολογικά πιο σωστή), δεν νομίζω ότι μπορεί κανείς να αφήσει απαρατήρητη την άποψη ότι «οι φιλελεύθερες δημοκρατίες δεν ξεφεύγουν από αυτή τη διαστρέβλωση των αρχών που δηλώνουν ότι υποστηρίζουν.
Εξ ου και η θέση σύμφωνα με την οποία τα ολοκληρωτικά καθεστώτα του 20ού αιώνα μπορούν να ερμηνευτούν, παραδόξως, σαν μια υπερτροφία της διαδικασίας του απόλυτου εξορθολογισμού που προήλθε από τον διαφωτισμό» (βλ. π.χ. Luc Ferry-Claude Capelier, «Η ωραιότερη ιστορία της φιλοσοφίας», μτφρ. Σώτη Τριανταφύλλου, εκδ. Πατάκη 2016, σ. 299).
Οσο επομένως το κίνημα του ρομαντισμού είναι υπεύθυνο για τον εθνικιστικό ολοκληρωτισμό –με τις ενοράσεις του για την «ψυχή του έθνους», τη «συλλογικότητα» και τη «φυλετική καθαρότητα», που δεν είναι αποτελέσματα ιστορικών διεργασιών, αλλά παρέχονται με την πρόνοια του Θεού– άλλο τόσο μπορεί να θεωρηθούν υπεύθυνοι ο θετικισμός, ο εργαλειακός ορθολογισμός, ο επιστημονισμός και ο τεχνοκρατικός ολοκληρωτισμός, όχι τόσο για την άνοδο των εθνικισμών, όσο για την εδραίωσή τους και τις ναζιστικές τεχνοεπιστημονικές φρικαλεότητες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Η σχετική βιβλιογραφία παρουσιάζει πολλές αντιφάσεις και επιδέχεται πολλών ειδών ερμηνευτικές προσεγγίσεις. Ενα άρθρο του Αγγελου Ελεφάντη στο διαδίκτυο, με τίτλο «Το έθνος του διαφωτισμού», είναι πολύ κατατοπιστικό. Μια ρεαλιστική λοιπόν εννοιολόγηση του έθνους αποδέχεται ότι δεν υπάρχουν φυλετικώς καθαρά έθνη και ότι τα σύγχρονα ευρωπαϊκά έθνη προέκυψαν, ως προϊόντα της Ιστορίας, μέσα από συνθέσεις, συνέχειες και ασυνέχειες, βία και καταστολή.
Από την άλλη μεριά υπάρχει, με βάση τον ρομαντισμό, μια εννοιολόγηση του έθνους, το οποίο ιδρυτικά στηρίζεται, αντικειμενικά και υπερβατικά, «στη γλώσσα, το έδαφος, τον πολιτισμό, στο αίμα, (και) στο πνεύμα μιας ορισμένης, μικρότερης ή μεγαλύτερης, συγγενούς φυλετικής ομάδας».
Σύμφωνα με τον Ελεφάντη, για τους οπαδούς του διαφωτισμού το έθνος εμφανίζεται στη βάση τριών βασικών διαφωτιστικών ιδεών: της ελευθερίας, εκκοσμίκευσης και απαλλαγής από ηγεμονικούς μύθους, της ισότητας και της αλληλεγγύης.
Για τους οπαδούς του ρομαντικού κινήματος, όπως π.χ. ο Χέρντερ, η απόρριψη των οικουμενικών αξιών και της έννοιας του πολίτη αντισταθμίζεται από μια αντικειμενική συλλογικότητα, που είναι εκφρασμένη από έναν λαό (Volk), σε ένα πλαίσιο από διαφορετικές για κάθε λαό κουλτούρες «που έχουν ίσα δικαιώματα αλλά και ιεραρχούνται».
Ο Ελεφάντης, ενώ θεωρεί ότι κάθε εθνότητα υιοθετεί τη μορφή έθνος ακόμη και για «ν’ αποκρούσει μιαν εξωτερική απειλή» και ότι το έθνος δεν είναι, όπως πιστεύεται, προϊόν του εθνικισμού, τελειώνει σημειώνοντας ότι «οι κατασκευές αναδρομικής συνέχειας από το έθνος προς πρότερους μορφολογικούς τύπους, ώστε με τη βοήθεια διαφόρων καταγωγικών μύθων (…) το έθνος να αποκτήσει μέγα ιστορικό βάθος» σηματοδοτούν την έναρξη του εθνικισμού.
Εμμένοντας στο πλαίσιο του ιστορικού ρεαλισμού, διαφωνώ με τις «κατασκευές αναδρομικής συνέχειας» και τη συσχέτισή τους με τον εθνικισμό, μια που διίστανται, επιστημολογικά, οι απόψεις κατά πόσον πρόκειται πράγματι για κατασκευές και όχι για ιστορικά τεκμηριωμένη συνέχεια πολιτισμικής υφής.
* καθηγητής Φιλοσοφίας της Τεχνοεπιστήμης στο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών του ΠΤΔΕ του ΑΠΘ
