Η καταγραφή της πρόθεσης ψήφου στη μέση του εκλογικού κύκλου και υπό συνθήκες παρατεταμένης μεταβλητότητας των προτιμήσεων των ψηφοφόρων περιορίζει την αξία των ευρημάτων μιας δημοσκόπησης για τον απλούστατο λόγο ότι πολλοί από τους εκλογείς –κυρίως εκείνοι που στήριξαν το κυβερνών κόμμα– επιλέγουν να χρησιμοποιήσουν τη δημοσκόπηση για να πάρουν μια «βαθιά ανάσα» ή για να κάνουν μια «άσκηση εκτόνωσης».
Με άλλα λόγια, πολλοί ψηφοφόροι του εκάστοτε κυβερνητικού κόμματος επιλέγουν να μη διευκρινίσουν την πρόθεση ψήφου τους ή επιλέγουν να δηλώσουν μεγαλόστομα ότι δεν θα προσέλθουν στην επόμενη κάλπη προκειμένου να εκφράσουν την επιφυλακτικότητα ή τη δυσαρέσκειά τους έναντι του κόμματος που επέλεξαν στις τελευταίες εκλογές.
Για τον λόγο αυτό, είναι επιβεβλημένη η χρήση εργαλείων εκτίμησης που θα βασίζονται στη φυσική τάση των ψηφοφόρων να διατηρούν συγκεκριμένο βαθμό συμπάθειας ή αντιπάθειας για κάθε κόμμα και τελικά να διαβαθμίζουν τις προτιμήσεις τους προς αυτά.
Η καταγραφή της πιθανότητας επιλογής κάθε κόμματος στις επόμενες εκλογές είναι ένα τέτοιο εργαλείο, καθώς δίνει τη δυνατότητα να διαχωριστούν τουλάχιστον τρεις ομάδες ψηφοφόρων ως προς τα συναισθήματά τους έναντι κάθε κόμματος: οι σχεδόν βέβαιοι ψηφοφόροι του, εκείνοι που κλίνουν προς την επιλογή αυτού του κόμματος και εκείνοι που έχουν διαγράψει κάθε πιθανότητα στήριξής του στο μέλλον.
Τα μεγέθη των ομάδων αυτών για τον ΣΥΡΙΖΑ, τη Ν.Δ., αλλά και τα μικρότερα κόμματα αποτυπώνουν την έκταση της δυνητικής εκλογικής επιρροής καθενός, δηλαδή την απόσταση από το «πάτωμα», δηλαδή τους βέβαιους ψηφοφόρους, ώς την «οροφή», δηλαδή το άθροισμα βέβαιων και σχετικά πιθανών ψηφοφόρων, αλλά και την έκταση της αντιπάθειας για ένα κόμμα, δηλαδή το βάθος της «τάφρου» που χωρίζει το κάθε κόμμα από το εκλογικό σώμα.
Για τον ΣΥΡΙΖΑ, η «τάφρος» φαίνεται να είναι βαθιά, καθώς το 67% των ψηφοφόρων δηλώνουν ότι δεν υπάρχει καμία περίπτωση να τον στηρίξουν στις επόμενες εκλογές, ενώ και η έκταση της δυνητικής εκλογικής επιρροής του παραμένει χαμηλή, με το «πάτωμα» των βέβαιων ψηφοφόρων να είναι στο 8% και η «οροφή» στο 18%.
Για τη Ν.Δ., η «τάφρος» είναι σαφώς πιο ρηχή, καθώς μόλις το 47% των ψηφοφόρων απαντούν ότι δεν υπάρχει καμία περίπτωση να την επιλέξουν στις επόμενες εκλογές.
Το δικό της «πάτωμα» είναι αρκετά ψηλότερο και ουσιαστικά βρίσκεται στην «οροφή» του ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή στο 18%. Η έκταση της δυνητικής εκλογικής επιρροής της φτάνει στο 26%.
Συνοπτικά, η Ν.Δ. φαίνεται να κατακτά την ιδιότητα της «επιλέξιμης» από περισσότερους από τους μισούς εκλογείς και κυρίως από το μεγάλο τμήμα του «θυμωμένου» ακροατηρίου.
Η κατάκτηση της ιδιότητας αυτής είναι κομβική για ένα κόμμα που δυσκολεύεται να απεγκλωβιστεί από τις ετικέτες του «φθαρμένου» ή του «δεξιού».
Αντίθετα, ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να λειτουργεί απολύτως απωθητικά για αυτούς, ακόμα μάλιστα και τους ψηφοφόρους που τον στήριξαν τον Σεπτέμβριο του 2015 (41% αυτών δηλώνουν ότι δεν υπάρχει περίπτωση να τον στηρίξουν στις επόμενες εκλογές).
Ο θυμός μοιάζει να έχει αλλάξει κατεύθυνση.
*Επίκουρος καθηγητής Πανεπιστημίου Μακεδονίας και επιστημονικός υπεύθυνος της εταιρείας ProRata
