Την περικοπή κονδυλίων για χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες δείχνουν μειωμένη αλληλεγγύη στο προσφυγικό προς την Ελλάδα και δεν δέχονται την εγκατάσταση προσφύγων στις χώρες τους.
Σε συνέντευξη στην «Stuttgarter Zeitung» ο πρωθυπουργός τονίζει ότι πρέπει να τηρηθούν υφιστάμενες συμφωνίες στο προσφυγικό, όπως ακριβώς έγινε και με την Ελλάδα κατά τις διαπραγματεύσεις της ευρωκρίσης.
Συγκεκριμένα, απορρίπτει την «ευέλικτη αλληλεγγύη» και ζητάει για κάθε κράτος-μέλος της Ε.Ε. το οποίο δεν τηρεί τα συμπεφωνημένα να πιεστεί να το κάνει.
Ως δοκιμασμένο μέσον των Βρυξελλών για την επίτευξη αυτού του στόχου βλέπει την άσκηση πίεσης μέσω των ευρωπαϊκών διαρθρωτικών ταμείων: Όποιος αρνείται τη συμμετοχή στην αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης θα πρέπει να υπολογίζει ότι θα λάβει λιγότερα χρήματα από τα κοινοτικά ταμεία, διαμηνύει.
Στο σαφές αίτημα προς την Ευρωπαϊκή Ένωση σημειώνει ο αριθμός των προσφύγων ναι μεν έχει μειωθεί πάρα πολύ μετά τη συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Τουρκία και έτσι ενώ έρχονταν χιλιάδες ημερησίως τώρα έρχονται μόνο 100 την ημέρα, αλλά εξακολουθούν να υπάρχουν πολλά προβλήματα.
Ο κ. Τσίπρας αναφέρει δε στη γερμανική εφημερίδα ότι η διαδικασία παροχής ασύλου είναι αργή και η επαναπροώθηση των προσφύγων από την Ελλάδα στην Τουρκία είναι πολύ δύσκολη.

Eπισημαίνει ότι «η Ευρώπη δεν επιτρέπεται να επιστρέψει στον 20ό αιώνα με τις ξενοφοβικές ιδέες και τον αποκλεισμό της πρόσβασής της από άλλες χώρες».
Ο πρωθυπουργός επαναλαμβάνει ότι «στην προσφυγική κρίση η Ελλάδα έφερε το μεγαλύτερο μερίδιο του βάρους», ενώ αντίθετα άλλες χώρες «έκλεισαν τον ίδιο καιρό τα σύνορα και ύψωσαν φράχτες».
Κεντρικό πρόβλημα παραμένει το γεγονός ότι πολλά κράτη-μέλη της Ε.Ε. αρνούνται να δεχτούν πρόσφυγες, τους οποίους θα όφειλαν να εγκαταστήσουν στις χώρες τους. Η συμφωνία είναι σαφώς διατυπωμένη όπως υπογράμμισε ο Έλληνας πρωθυπουργός:
«Για την Ελλάδα αυτό σημαίνει ότι 66.000 πρόσφυγες πρέπει να μετεγκατασταθούν, έως τώρα όμως είναι μόνο 5.200».
Τέλος, υποστηρίζει οι χώρες με μεγάλη επιρροή στην Ευρωπαϊκή Ένωση υποστήριζαν με μεγάλη επιμονή ακριβώς αυτή την άποψη κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων με την Ελλάδα.
