Δύο επεισόδια χαμηλής έντασης από πλευράς διαδηλωτών και μια αδικαιολόγητη χρήση χημικών από τις αστυνομικές δυνάμεις χρειάστηκαν τελικά για να επισκιαστούν οι συμβολισμοί από την παραχώρηση του μαρτυρικού Σκοπευτηρίου της Καισαριανής στον δήμο.
Η χρήση χημικών σε λίγες δεκάδες διαμαρτυρόμενους το βράδυ της Κυριακής και σε συνταξιούχους που ζητούσαν χτες να δουν τον πρωθυπουργό ήταν αρκετή για να καλλιεργηθεί η εικόνα μιας κυβέρνησης που αντιμετωπίζει τις κάθε είδους αντιδράσεις με ακραία κατασταλτικά μέτρα και να περάσει σε δεύτερο πλάνο η ικανοποίηση ενός αιτήματος δεκαετιών, που αφορά την ιστορική μνήμη και τον δημοκρατικό κόσμο.
Ο Αλέξης Τσίπρας, λίγα λεπτά μετά το ανεκδιήγητο επεισόδιο στη συμβολή της Βασιλίσσης Σοφίας με την Ηρώδου του Αττικού, σήκωσε το τηλέφωνο και επικοινώνησε με τον αρμόδιο αναπληρωτή υπουργό, Νίκο Τόσκα, προκειμένου να του ζητήσει εξηγήσεις για τη χρήση χημικών σε συνταξιούχους.
Ο πρωθυπουργός εξέφρασε έτσι την έντονη δυσαρέσκειά του για τα γεγονότα και ζήτησε μετ’ επιτάσεως να υπάρξουν άμεσα μέτρα για να μην επαναληφθούν τέτοια φαινόμενα. Ακολούθησε έπειτα από λίγη ώρα η σχετική ανακοίνωση από το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, με την οποία γινόταν γνωστό ότι απαγορεύτηκε η χρήση χημικών σε κινητοποιήσεις εργαζομένων και συνταξιούχων (βλέπε ρεπορτάζ).
«Κλιμάκωση αυθαιρεσίας»
Αυτή όμως δεν ήταν η πρώτη φορά που εκφράζεται δυσαρέσκεια από κυβερνητικής και κομματικής πλευράς του ΣΥΡΙΖΑ για τον τρόπο με τον οποίο κινείται η Αστυνομία. Την Παρασκευή η Πολιτική Γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία εκδίδει ανακοινώσεις σε ιδιαίτερα σημαντικές πολιτικές στιγμές, καταδίκασε τις διαδικασίες ελέγχου σε προσφυγόπουλα στο Αστυνομικό Τμήμα Ομονοίας.
«Η αστυνομική αυθαιρεσία, ως φαίνεται, είναι διαρκής και υποσκάπτει συστηματικά τις προσπάθειες για τη δημιουργία ενός διαφορετικού κλίματος προς όφελος της προστασίας των ελευθεριών και των δικαιωμάτων των πολιτών» υπογράμμισε το κομματικό όργανο, μιλώντας μάλιστα για «κλιμάκωση αυτής της αυθαιρεσίας, που είναι αποτέλεσμα και της συνεχιζόμενης ατιμωρησίας αστυνομικών οργάνων, που αποδεδειγμένα παραβιάζουν βάναυσα τους δημοκρατικούς κανόνες».
Μία ημέρα νωρίτερα είχαν καταθέσει σχετική ερώτηση και 21 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ στον υπουργό Εσωτερικών.
Το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη εξέδωσε αιχμηρή ανακοίνωση, στην οποία σημείωνε ότι «δεν βιάζεται να βγάλει πρόωρα συμπεράσματα όταν οι έρευνες είναι σε εξέλιξη». Κατέληγε δε ότι «προκαλεί εντύπωση κάθε άκριτη υιοθέτηση καταγγελιών όταν είναι υπό διερεύνηση κάθε πτυχή της υπόθεσης».
Στο πρόσφατο παρελθόν είχαν υπάρξει και άλλες δηλώσεις κορυφαίων κυβερνητικών και κομματικών στελεχών για τους χειρισμούς της Αστυνομίας. Ο πρόεδρος της Βουλής, Νίκος Βούτσης, τον περασμένο Μάιο, εξέφρασε την «απερίφραστη καταδίκη για την αναίτια επίθεση προς ειρηνικούς διαδηλωτές» σε συγκέντρωση για το ασφαλιστικό.
Τον περασμένο Ιούλιο ο ΣΥΡΙΖΑ, με αφορμή την εκκένωση κατειλημμένων κτιρίων με πρόσφυγες στη Θεσσαλονίκη, είχε επισημάνει πως «η ποινικοποίηση εγχειρημάτων αλληλεγγύης συνιστά πρακτική που δεν έχει καμία σχέση με τις αρχές και τις αξίες της Αριστεράς».
Ανοιχτός δίαυλος
Παρά τις «κόντρες» που έχουν εκδηλωθεί ανάμεσα στον Νίκο Τόσκα και την Κουμουνδούρου ή το Μαξίμου, η άποψη που επικρατεί στα κυβερνητικά και κομματικά κλιμάκια για τον αναπληρωτή υπουργό είναι σαφώς καλύτερη σε σχέση με τον προκάτοχό του, Γιάννη Πανούση.
Η επικοινωνία για μια σειρά ζητήματα με τον Νίκο Τόσκα είναι, σύμφωνα με πληροφορίες, τακτική και ο δίαυλος διαρκώς ανοιχτός, παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις που μπορεί να παρατηρούνται.
Είχε προκαλέσει πάντως εντύπωση η ανακοίνωση της Κίνησης «Πράττω», στην οποία δραστηριοποιούνται οι υπουργοί Προστασίας του Πολίτη και Εξωτερικών Νίκος Τόσκας και Νίκος Κοτζιάς.
Την Τετάρτη, πριν από όλα αυτά, είχε εκφραστεί η απόλυτη αντίθεση της Κίνησης στις ιδιωτικοποιήσεις, λέγοντας ότι «δεν θα συναινέσει σε οποιαδήποτε μεταβολή του δημόσιου χαρακτήρα των επιχειρήσεων που διασφαλίζουν ζωτικά αγαθά διαβίωσης των πολιτών και συμβάλλουν στην εθνική ασφάλεια της χώρας».
Πέραν των πολιτικών στοχεύσεων και αντιπαραθέσεων το ερώτημα παραμένει και αφορά τη βούληση ή και τη δυνατότητα της κυβέρνησης να επιβάλει τις εκπεφρασμένες θέσεις της για τη ριζική και δημοκρατική αναδιάρθρωση της Αστυνομίας. Με άλλα λόγια, μένει να αποδειχτεί εάν το Μαξίμου έχει ισχυρή πολιτική βούληση να θέσει έναν θεσμό του σκληρού πυρήνα του κράτους, την Αστυνομία, υπό τον αναγκαίο δημοκρατικό έλεγχο.
