Διονύσης Χαριτόπουλος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στη Μεταπολίτευση φούντωσαν τα σκυλάδικα. Ενώ στην επιφάνεια φαινόταν να κυριαρχεί το πολιτικό τραγούδι, σαν να είχε δοθεί κάποιο υπόγειο σύνθημα, αργά τις νύχτες άλλαζαν τα κόζια.

Ενα εντελώς καινούργιο κοινό πλημμύριζε τα σκυλάδικα, να πάρει τζούρα από νταλγκά με αστερόσκονη· να γνωρίσει την «κάτω νύχτα» όπως έγραψε ένας ποιητής.

Οι ναοί της καψούρας γέμιζαν με πολιτικοποιημένους φοιτητές, ηθοποιούς, ποιητές, συγγραφείς, σκηνοθέτες, διανοούμενους, δημοσιογράφους που γοητεύτηκαν ξαφνικά από το λούμπεν· την αντεργκράουντ κουλτούρα.

Εβλεπες ανάμεσα στους τακτικούς θαμώνες της πιάτσας πασίγνωστα ονόματα, άντρες και γυναίκες.

Ακόμα και διάφοροι κοσμικοί μετά τη διασκέδαση σε «Αυτοκίνηση», «9 Μούσες», «On the Rock’s», «Σαν Λορέντζο», κ.λπ. μετακόμιζαν στα σκυλάδικα· διασκέδαζαν πλάι πλάι με τύπους που αν τους έβλεπαν σταματημένους σε πάρκινγκ στην εθνική οδό να κατουράνε θα είχαν φύγει τρέχοντας.

Και φυσικά τα μαγαζιά πολλαπλασιάστηκαν.

Μόνο στην αθηναϊκή περιφέρεια μεσουρανούσαν (αν θυμάμαι καλά) από την εθνική οδό «Παγκόσμιο», «Ονειρο», «Λουζιτάνια», «Ξημερώματα», ώς τη Συγγρού «Κανόνι», «Σεραφίνο», το Μοσχάτο «Ρεγγίνα», «Ιφιγένεια», «Τούνελ», «Λα Σιτέ», «Φαληρικό» στην Αχαρνών, «Αννέτα», «Λατρεία», «Αμπάρες», «Μονσινιόρ» στην πλατεία Αμερικής, «Βιπς» στην Ηπείρου, «Λίντο» στη Ζωοδόχου Πηγής, «Σκορπιός» στη Δροσοπούλου, «Νεράιδα της Αθήνας» στην Ιερά Οδό, «Στοπ», «Καν Καν», «Τεν Τεν», «Σου Μου», «Μωρό» στην Αλεξάνδρας, «Σταλαχτίτες» στις Τρεις Γέφυρες, «Αχίλλειο», «Στορκ» «14», «Αραπάκια» στο ποτάμι και δεκάδες άλλα ακόμα πιο σκληρά, χωρίς καν ταμπέλες, απλώς του Σάκη, του Τόλη, κ.ά., χωμένα σε τρύπες απλησίαστες.

Πολλοί «κατέβηκαν στον λαό», λίγοι φωτίστηκαν.

Αλλά και μια-δυο φορές να πήγαν, μετά το είχαν σαν εύσημο «εγώ γύρναγα στα σκυλάδικα».

Κάθε μαγαζί με την ιστορία του.

Αυτό που τα ενώνει και τα ομαδοποιεί είναι ο εκκωφαντικός λαϊκο-δημοτικός ήχος.

Και βέβαια η μακράν καλύτερη μουσική υπόκρουση για να εμφανιστεί ο σταρ του μαγαζιού στην πίστα, η μουσική εισαγωγή διάρκειας 1 λεπτού του ύμνου «Τα μαύρα μάτια σου».

Το τραγούδησε το 1977 ο Αγγελόπουλος και έκτοτε η εισαγωγή του έγινε σήμα κατατεθέν και ακούγεται σε όλα τα σκυλάδικα της χώρας.

Είναι η πιο ξεσηκωτική αναγγελία για την είσοδο της φίρμας· η μεγάλη στιγμή της απογείωσης.

Στο σκυλάδικο την μπόμπα θα την πιεις. Δεν τη γλιτώνεις. Μπορεί να παριστάνεις τον περπατημένο και να ζητάς από τον σερβιτόρο ν’ ανοίξει μπροστά σου το μπουκάλι.

Αλλά σ’ έχουν προλάβει· βάζουν μια ελαφριά κόλλα στο καπάκι που δυσκολεύει το άνοιγμα και κάνει το χαρακτηριστικό κρικ-κρικ του παρθένου ανοίγματος.

Ο πιο ισχυρός νόμος του σκυλάδικου είναι ότι δεν μετράς σαν ιδιότητα αλλά σαν πρόσωπο.

Αρχή απαράβατη.

Οι φίρμες που κάνουν από δω τις περατζάδες τους μάλλον αγνοούν πως εδώ δεν έχουν πέραση. Μόνο τα αφεντικά και τα γκαρσόνια τους γλείφουν, για να τους τα πάρουν χοντρά.

Για τους μόρτες στο μαγαζί, απλώς δεν υπάρχουν. Ο σκυλάς αδιαφορεί για όλα.

Στα παπάρια του για τον γιατρό, την ηθοποιό, τον λεφτά, τον αστυνομικό, τον πολιτικό. Δεν τον ενδιαφέρει.

Εδώ κάνει ό,τι γουστάρει αυτός, παίζει στην έδρα του κι αδιαφορεί για τους μουράτους· εδώ δεν υπάρχουν διακρίσεις.

Ετσι την πάτησαν οι μπάτσοι με τον Κοεμτζή.

Νόμισαν πως η ιδιότητά τους θα τρομάξει το βλαχαδερό και θα κάνει το παπί· θα χόρευαν αυτοί στην παραγγελιά του.

Ο ένας σφάχτηκε με την αστυνομική ταυτότητα στο χέρι.

Τα σκυλάδικα είναι παλιά υπόθεση.

Οταν το 1960-61 ο Μίκης ηχογράφησε τα πρώτα τραγούδια του με τον Μπιθικώτση, θέλησε ένα βράδυ να τ’ ακούσει ζωντανά· να δει την απήχηση στον κόσμο.

Πήρε την παρέα του και πήγαν στο καταγώγιο όπου τραγουδούσε ακόμα ο Γρηγόρης. Αυτός δεν είχε διανοηθεί ποτέ να τα τραγουδήσει εκεί, μα όταν είδε τον Μίκη, ήρθε στο φιλότιμο.

Πιάνει σε λίγο το μικρόφωνο και λέει «τώρα θα σας πω ένα τραγουδάκι ενός νέου μας συνθέτη, του κύριου Μίκη Θεοδωράκη».

Ενας μάγκας από κάτω είχε αντίρρηση «Οχι, να μην το πεις». Και δεν το είπε. Πού να τολμήσει.

Κι ο Μίκης δεν το άκουσε· τα τραγούδια του δεν είχαν πέραση εκεί.

Παραμύθι ότι στα σκυλάδικα ξοδεύονται περιουσίες και γίνονται εγκλήματα· τρέλες γίνονται και τίποτα καθιερωμένο ως συμπεριφορά.

Η ζωή πραγματική, σπαρταριστή και ωμή χωρίς φιοριτούρες, σχεδόν αθώα.

Και βέβαια ασύγκριτα πιο συναρπαστική και αληθινή από τα λουξ μπουζουκάδικα των υπουργών και των εφοπλιστών που επιδεικνύονται με κουρσάρες και γκομενάρες.

Στο σκυλάδικα ο θαμώνας ζει μες στην τρέλα που κουβαλάει στο κεφάλι του. Τίποτα δεν έχει αξία. Μόνο η στιγμή. Γίνεσαι θεός ή διαγράφεσαι.

Μπουκάρισε ο άλλος στο μαγαζί με ένα κλαρκ τίγκα κιβώτια σαμπάνιες΄ πήγε στην πίστα, σήκωσε τα κιβώτια ψηλά και τα άδειασε να σπάσουν.

Μπήκε και βγήκε τρεις φορές γεμάτος και τα έκανε όλα λίμπα· πλημμύρισε ο τόπος σαμπάνια, λίμναζε κάτω από τραπέζια και καρέκλες.

Το σκυλάδικο στάζει λαγνεία.

Αν δεν είσαι τουρίστας κι έχεις τον τρόπο σου, οι πόθοι που σου ανάβουν τα κορίτσια του μαγαζιού είναι δυνατόν να ικανοποιηθούν επιτόπου.

Πίσω από κάποιο παραβάν, μέσα σε μικρό δωματιάκι, στην κουζίνα, έξω στο σκοτάδι του περίβολου.

Υπάρχουν και μαγαζιά γαμιστρώνες.

Οι τραγουδίστριες και οι σερβιτόρες προσφέρονται στον πελάτη σε ειδικούς χώρους.

Ενα τέτοιο πλάι στον κυρίως χώρο είχε στενά δωματιάκια καμπίνες, πλάτος όσο ένα ντιβάνι, σαν πεσμένοι τηλεφωνικοί θάλαμοι.

Το καλοκαίρι έβγαζε σειρά στρώματα στο οικόπεδο πάνω στο χώμα και γαμούσες πλάι σε άλλους με μόνη κάλυψη το σκοτάδι.

Πάντως την πιο διάσημη τραγουδίστρια της δυτικής όχθης, την κουτούπωνε ένας εργολάβος οικοδομών στην καρότσα του φορτηγού που πάρκαρε έξω απ’ το μαγαζί πότε γεμάτο άμμο, πότε χαλίκι.