Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αναπόφευκτα η τέχνη της γραφής είναι αυτοβιογραφική, ίσως όμως να μην υπάρχει άλλος σύγχρονος Ελληνας συγγραφέας, όπως ο Αντώνης Σουρούνης, που να καθρεφτίστηκε στις ιστορίες του με τόση αμεσότητα και ειλικρίνεια, που να έβαλε τη ζωή του όλη στα βιβλία του. Και τι ζωή! Γεμάτη εμπειρίες.

Γεννημένος παραμυθάς, εκ φύσεως μποέμ, με το ποτό και το τσιγάρο στο χέρι (αν και το είχε κόψει τελευταία), τζογαδόρος, ανεξάρτητος, ριψοκίνδυνος, αυθεντικός. Πολυτεχνίτης. Από τραπεζικός υπάλληλος μέχρι ναυτικός, από hotel boy μέχρι επαγγελματίας παίκτης ρουλέτας πριν βιοποριστεί ως συγγραφέας, βάζοντας τις περιπέτειές του στο χαρτί.

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, μετανάστευσε στη Γερμανία το 1960, όπου σπούδασε στα Πανεπιστήμια της Κολονίας, του Σααρμπρίκεν και του Ινσμπρουκ στην Αυστρία, έζησε για πολλά χρόνια στην Αθήνα, ενώ τελευταία είχε επιστρέψει στη γενέτειρά του, όπου την Τετάρτη άφησε την τελευταία του πνοή, έπειτα από χρόνια ασθένεια, σε ηλικία 74 ετών.

Η κηδεία του έγινε χθες το απόγευμα στην Αγία Αναστασία Θεσσαλονίκης.

Στα μυθιστορήματά του «Ενα αγόρι γελάει και κλαίει» (1969), «Οι συμπαίχτες» (1977), «Οι πρώτοι πεθαίνουν τελευταίοι» (1985), «Πάσχα στο χωριό» (1991), «Ο χορός των Ρόδων» (1994), για το οποίο βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος, «Γκας ο γκάνγκστερ» (2000), «Το μονοπάτι στη θάλασσα» (2006), αλλά και στα διηγήματά του «Τα τύμπανα της κοιλιάς και του πολέμου» (1983), «Υπ’ όψιν της Λίτσας» (1992), «Νύχτες με ουρά» (2010) συναντάμε τους πιο απίθανους πρωταγωνιστές.

Κι όμως ήταν όλοι δικοί του. Ανθρωποι της νύχτας, πρόσωπα λαϊκά, χαρτοπαίκτες, άνεργοι ναυτικοί, νταβατζήδες, πόρνες, ναρκομανείς, βιομηχανικοί εργάτες, τυχοδιώκτες, μικροαπατεώνες καθώς και μετανάστες που επαναπατρίζονται στην Ελλάδα.

«Δεν στήνω εγώ τα πρόσωπα, δεν στήνω τίποτα. Μόνοι τους παίρνουν θέση» έλεγε σε συνέντευξή του στην Αναστασία Λαμπρία (protagon.gr, 2009). «Eγώ είμαι ο δούλος, ο μπάτλερ τους που σερβίρω, δεν ξέρω τι γίνεται, ποτέ δεν ξέρω τι γίνεται».

Η έκφρασή του λιτή, η περιγραφή του ρεαλιστική, η γλώσσα του σκωπτική, ιδιωματική, λαϊκή, αθυρόστομη, μεταφορική.

«Οταν κάθομαι να γράψω, γράφω λέξεις που δεν τις ξέρω. Δεν τις έχω ακούσει ποτέ. Κι ανοίγω το λεξικό να δω, είν’ αυτή η σωστή λέξη; Κι είναι αυτή η λέξη. Καμία άλλη, μόνο αυτή. Είναι σαν να τις έχω ξαναπεί κάποτε στη ζωή μου, σε άλλη ζωή ίσως» έλεγε στην Αν. Λαμπρία.

Σε μια άλλη συνέντευξή του στην Ελένη Γκίκα («Ιndex», 2014) υπογράμμιζε τη σημασία που έχει το χιούμορ στη ζωή του και στο γράψιμο. «Το χιούμορ είναι το μεγάλο όπλο. Ούτε μαχαίρια, ούτε πιστόλια, ούτε πολυβόλα. Το χιούμορ μπορεί να ρίξει στρατηγούς και κυβερνήσεις.

Πιστεύω ότι με το χιούμορ ξορκίζεις τα πάντα. (…) Εγώ δεν μπορώ να διαβάσω μια σελίδα που να μην ανακαλύψω μια δόση χιούμορ μέσα της. Να το ανακαλύψω εγώ, όχι να μου το βάλει μέσα ο συγγραφέας. Ετσι; Και να πω “μπράβο, ρε Αντώνη μάγκα, το βρήκες!”. Οσο να το κρύψει ο συγγραφέας. Οσο πιο καλός συγγραφέας, τόσο πιο βαθιά το χώνει!…».

Δεν είναι λίγοι αυτοί που βρήκαν στο πρόσωπο του Αντώνη Σουρούνη τον Ελληνα Μπουκόφσκι. Ο δε Μιχάλης Μήτρας με αφορμή τους «Συμπαίχτες» τον παραλλήλιζε με τον Αμερικανό συγγραφέα Τζακ Κέρουακ «του οποίου η λογοτεχνική γραφή είναι απόρροια άμεσου βιώματος» («Διαβάζω», 1978).

Και να σκεφτεί κανείς ότι εκείνη την εποχή ο Σουρούνης δεν είχε καν διαβάσει Κέρουακ. Βρισκόταν στη Φρανκφούρτη και γεμάτος περιέργεια μπήκε σε ένα βιβλιοπωλείο, αγόρασε με 12 μάρκα το «Στον δρόμο», το ξεκοκάλισε σε μια μπιραρία και κατέληξε στο συμπέρασμα: «Καμία σχέση, αυτό από κει, εγώ από δω».

Από την άλλη, ο Δημοσθένης Κούρτοβικ τον χαρακτήριζε «ξαδέλφι του Τζακ Λόντον και του Μπλεζ Σαντράρ», επισημαίνοντας πως «αν υπάρχει σήμερα στην Ελλάδα “προλεταριακή λογοτεχνία”, μόνο από τον Σουρούνη εκπροσωπείται, και μάλιστα στη γνήσια ελληνική, σύμφωνα με τις μαρξιστικές προδιαγραφές ολότελα ανορθόδοξη εκδοχή της» («Ελευθεροτυπία», 1989).

Ο Αντώνης Σουρούνης έλεγε ότι η ζωή του δεν ήταν ούτε ορθοπεταλιά, ούτε γλέντι, αλλά «ανάσκελα στο κύμα», όπως έγραφε στο βιβλίο του «Γκας ο γκάνγκστερ». Και τόνιζε στην Αν. Λαμπρία ότι ο συγγραφέας δεν έχει ανάγκη από παιδεία:

«Εγώ πιστεύω ότι έρχεσαι στον κόσμο γεννημένος συγγραφέας, τέρμα, τελείωσε. Μπορεί να μη μάθεις ποτέ σου γράμματα, αλλά να κάθεσαι να γράφεις, να γράφεις κι όταν πια καταλάβεις ότι ανήκεις σ’ αυτό το είδος ανθρώπου, τότε μπορείς να ανοίξεις κανένα βιβλίο να διαβάσεις, να πας και σε κανένα σχολείο να μάθεις. Είναι η φύση.

Ολοι οι άνθρωποι γεννιούνται με ένα δάχτυλο που τους δείχνει, αυτός είναι εκεί, αυτός εδώ. Με ένα σήμα. Και θα το κατορθώσει, εκτός κι αν φοβηθεί και πάει αλλού. Αλλά εγώ πιστεύω πως όλοι οι άνθρωποι είμαστε ταγμένοι για να επιτελέσουμε ένα συγκεκριμένο έργο. Αυτοί που θαυμάζουμε μετά από χρόνια και λέμε μπράβο είναι αυτοί που ακολούθησαν το μέσα τους».

 Τα βιβλία του Α. Σουρούνη κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καστανιώτη,

 που θα επανακυκλοφορήσει και τα διηγήματά του «Υπ’ όψιν της Λίτσας».