Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μπορεί τα κακουργήματα που σχετίζονται με παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών να αποτελούν τη μία στις τέσσερις υποθέσεις που απασχολούν τα δικαστήρια, ωστόσο οι κρατούμενοι για αυτά τα αδικήματα υπερεκπροσωπούνται καθώς αποτελούν σχεδόν τον έναν στους τρεις κρατούμενους, κάτι που αποδεικνύει ότι πιο εύκολα καταλήγει στη φυλακή κάποιος κατηγορούμενος για αδίκημα που σχετίζεται με ναρκωτικά απ’ ό,τι κάποιος άλλος παραβάτης.

Βέβαια συνολικά τα κακουργήματα στο σύνολο των αξιόποινων πράξεων είναι μόλις το 3,6%, ενώ παρόμοιο είναι και το ποσοστό (3,7%) που διαμορφώνεται στη δεκαετία 2000-2010 και αφορά τα σχετικά με τα ναρκωτικά αδικήματα στο σύνολο των αξιόποινων πράξεων που τελέστηκαν στη χώρα.

Αυτά είναι μερικά από τα βασικά σημεία της έρευνας «Η επιβολή ποινής στους παραβάτες του Νόμου περί Ναρκωτικών: Νομοθετική πολιτική και Δικαστηριακή Πρακτική, μια πιλοτική εμπειρική έρευνα στην Ελλάδα» που εκπόνησε η δρ Νομικής ΑΠΘ, Αθανασία Αντωνοπούλου, και περιλαμβάνεται στον τόμο που αφορά τη δικαστική αντιμετώπιση των παραβατών της νομοθεσίας περί ναρκωτικών στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Το βιβλίο συγκεντρώνει τα αντίστοιχα πορίσματα ερευνών που έγιναν από την εταιρεία διαλόγου πολιτικής για τα ναρκωτικά «Διογένης» σε συνεργασία με ερευνητές από τις Βοσνία- Ερζεγοβίνη, Βουλγαρία, Κροατία, Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, Μαυροβούνιο, Ρουμανία, Σερβία και Σλοβενία: μία από τις σημαντικές διαπιστώσεις τους είναι ότι συχνά οι δικαστές αντιμετωπίζουν τους δράστες για παραβίαση της νομοθεσίας περί ναρκωτικών ως άτομα που χρήζουν θεραπείας και, παρά τη διαφορετική ερμηνεία της νομοθεσίας, οι δικαστές στη συντριπτική πλειονότητά τους είναι επιεικέστεροι από τον νομοθέτη αξιολογώντας τη συνολική προσωπικότητα του δράστη.

Στην παρουσίαση του βιβλίου στην Αθήνα ο διευθύνων την Εισαγγελία Εφετών Πειραιά, Ευάγγελος Ζαχαρής, παραδέχτηκε ότι, παρά τις νομοθετικές ρυθμίσεις, στο δικαστικό σώμα η απαξία γύρω από τις πράξεις που σχετίζονται με ναρκωτικά παραμένει ίδια κι εξήγησε ότι η κορυφή της πυραμίδας, που σχετίζεται με την εμπορία τους, δεν έχει καμία σχέση με τη βάση της, τους χρήστες και τους μικροδιακινητές, που είναι αυτοί οι οποίοι συχνά οδηγούνται ενώπιον της Δικαιοσύνης, και πρόσθεσε ότι η αντιμετώπιση του φαινομένου δεν θα έρθει από τις κατασταλτικές αρχές.

Σημαντικά ευρήματα

Πέρα από τη συζήτηση, που απέδειξε πόσο γόνιμη είναι η συνεύρεση λειτουργών από διάφορα πεδία (συμμετείχαν εμπειρογνώμονες από ΟΚΑΝΑ, ΚΕΘΕΑ, καθηγητές Ιατρικής και Ψυχιατρικής, χρήστες και θεραπευόμενοι), η έρευνα για την Ελλάδα είχε ακόμη μερικά σημαντικά ευρήματα:

Οι πιο κοινές αξιόποινες πράξεις και κατά συνέπεια το 67,4% όσων καταδικάζονται είναι για το πλημμέλημα της κατοχής/προμήθειας για προσωπική χρήση, το 28% αφορά καταδίκες εμπορίας από εξαρτημένους χρήστες, το 4% εμπορία από μη εξαρτημένους και σε ποσοστό που υπολείπεται του 1% οι καταδίκες αφορούν καλλιέργεια ή παραγωγή. Η πιο κοινή ποινή για το 65,6% των καταδικασθέντων είναι ποινή φυλάκισης που δεν ξεπερνά τον ένα χρόνο, για τους μισούς περίπου από τους καταδικασθέντες η ποινή αναστέλλεται και για το 23,8% μετατρέπεται σε χρηματική, με αποτέλεσμα σχεδόν ο ένας στους τέσσερις που καταδικάζεται να καταλήγει στη φυλακή.

Το ποσοστό των καταδικασθέντων για αξιόποινη πράξη περί τα ναρκωτικά ανέρχεται στο 6% του συνόλου των καταδικασθέντων. Παρ’ όλα αυτά μέχρι το 2012 ο ένας στους τρεις κρατούμενους (ποσοστό 33,1%) ήταν φυλακή για παραβίαση της σχετικής νομοθεσίας, ενώ, σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε η κ. Αντωνοπούλου, για τις υπόλοιπες χρονιές μέχρι το 2015 και μετά τον τελευταίο νόμο του 2013 φαίνεται ότι αυτή η άνιση σχέση μειώνεται καθώς το ποσοστό των κρατουμένων για ναρκωτικά έπεσε στο 24,34% του συνόλου των κρατουμένων.

Σε πιλοτική έρευνα που πραγματοποίησε η ερευνήτρια στα αρχεία του Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης -του δεύτερου μεγαλύτερου Εφετείου από τα 13 της χώρας- για την τριετία 2010-2012, από τις 1.740 οριστικές αποφάσεις που εξέδωσε περίπου οι μισές, το 49,3%, αφορούσαν καταδικαστικές αποφάσεις για εγκλήματα του νόμου περί ναρκωτικών.

Εστιάζοντας σε δείγμα 50 αποφάσεων (5,8% του συνόλου), για περίπου τις μισές (52%) του δείγματος είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης και για τις υπόλοιπες ποινή πρόσκαιρης ή ισόβιας κάθειρξης. Οπως παρατηρεί η κ. Αντωνοπούλου, «σε γενικές γραμμές, η πλειονότητα των ποινών που επιβλήθηκαν δεν εξάντλησαν τα αυστηρότερα όρια του νόμου, καθώς η αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων συντέλεσε στην επιβολή ποινών κατά μέσο όρο χαμηλότερων από το αρχικά προβλεπόμενο πλαίσιο ποινής». Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο στο 18% των υποθέσεων επιβλήθηκε ποινή εντός του αυστηρότατου νομοθετικού πλαισίου, ενώ και στις 3 περιπτώσεις που επιβλήθηκε η ποινή της ισόβιας κάθειρξης το δικαστήριο έκρινε πως οι δράστες ήταν υπότροποι.

Ανοιχτά σε ερμηνείες είναι τα ευρήματα ότι στο 30% των υποθέσεων που εξετάστηκαν οι κατηγορούμενοι δεν είχαν δικό τους δικηγόρο, ενώ σε ποσοστό 30% οι κατηγορούμενοι ήταν αλλοδαποί.

Συμπερασματικά, όπως επισημαίνει η κ. Αντωνοπούλου, «το νομοθετικό πλαίσιο ποινικής αντιμετώπισης των ναρκωτικών, το οποίο επηρεάζει τη διαμόρφωση της δικαστικής πραγματικότητας, είναι από τα πιο αυστηρά των Βαλκανίων και, παρά τις πρόσφατες τροποποιήσεις προς τη σωστή κατεύθυνση της νομοθεσίας για τα ναρκωτικά, το πλαίσιο ποινής για το βασικό έγκλημα εξακολουθεί να παραμένει υψηλό, ενώ η προμήθεια και η κατοχή ναρκωτικών για προσωπική χρήση παραμένει αξιόποινη».