Για πολλούς και διάφορους λόγους, το φετινό πρωτάθλημα της Superleague, που ξεκινάει σήμερα με καθυστέρηση δύο αγωνιστικών, προμηνύεται ως το πιο αμφίρροπο των τελευταίων χρόνων. Και μέσα και έξω από τα γήπεδα.
Παρακολουθώντας τα γεγονότα αλλά και τις εκτιμήσεις των περισσότερο (αλλά και λιγότερο) ειδικών, αντιλαμβάνεται κανείς ότι αυτή τη φορά η επικεφαλίδα δεν μπορεί να είναι «ο Ολυμπιακός και οι άλλοι», τουλάχιστον μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου.
Από τη μια, η αίσθηση αποδυνάμωσης των «ερυθρολεύκων», που τους στοίχισε τον αποκλεισμό από το Champions League και η αναστάτωση που ακολούθησε, κι από την άλλη, η εντύπωση ότι οι επίδοξοι και παραδοσιακοί διεκδικητές (ΠΑΟΚ παρά το -3 της εκκίνησης, Παναθηναϊκός, ΑΕΚ) έχουν κάνει κινήσεις που τους δίνουν το δικαίωμα να φιλοδοξούν ότι μπορούν να τους εκθρονίσουν, συνθέτουν ένα ανταγωνιστικό πλαίσιο που μπορεί να συνεχιστεί μέχρι και τα πλέι οφ.
Ειδικά φέτος, η κατάκτηση του τίτλου δεν είναι μόνον υπόθεση ουσίας (ο πρωταθλητής δεν μπαίνει πια απ’ ευθείας στους ομίλους του Champions League), αλλά κι ένα σαφάρι γοήτρου και εντυπώσεων.
Τα ισχυρά κλαμπ επιδίδονται σε ένα παράλληλο πρωτάθλημα επικοινωνιακής πολιτικής, για να μεταφράσουν κατά το δοκούν τις εξελίξεις που σημειώνονται στο δοκιμαζόμενο ελληνικό ποδόσφαιρο.

Ο Ολυμπιακός, χωρίς τις υποχρεώσεις αλλά και τα έσοδα του Champions League, προσπαθεί να βρει το καινούργιο κέντρο βάρους μετά τις δύο αλλαγές προπονητή (Σίλβα-Σάντσεζ-Μπέντο), αλλά και την προσθήκη νέων παικτών με βασικότερους τους Μάριν-Καρντόσο που προστέθηκαν εκ των υστέρων για να διορθώσουν την κακή εικόνα που έβγαλε με την Μπερ Σεβά.
Ταυτόχρονα είναι υποχρεωμένος να κρατήσει τη συγκέντρωσή του μακριά από τις δικαστικές υποθέσεις.
Ο ΠΑΟΚ υπό τον Βλάνταν Ιβιτς δείχνει πιο συγκεκριμένος και σταθερός, αφού κάλυψε κενά αποκτώντας τους Κάνιας, Μάτος, Βαρέλα, αλλά θα χρειαστεί να αποδείξει ότι ξεπέρασε την ανασφάλεια που τον κυριεύει όσο πλησιάζει στην πηγή.
Ο Παναθηναϊκός έδωσε στον Στραματσόνι τη δυνατότητα να αλλάξει το ρόστερ, να βρει ποιοτικούς παίκτες που του δίνουν επιθετικό προσανατολισμό (Λεντέσμα, Ιμπάρμπο, Εμποκού) που χρειάζεται όμως να συνοδευτεί από αμυντική συνέπεια.
Η ΑΕΚ με τον Κετσπάγια στο τιμόνι θα προσπαθήσει να συνεχίσει την ανοδική της πορεία και από τη στιγμή που θα βελτιώσει την ανασταλτική λειτουργία της με την απόκτηση του πολύπειρου Λέσκοτ, πιστεύει ότι αποκτάει αέρα για περισσότερα πράγματα.
Από εκεί και πέρα, η δεύτερη βασικότερη εστία ενδιαφέροντος μοιράζεται σε δύο ταχύτητες.
Η μία είναι οι ομάδες που θα επιδείξουν σοβαρότητα, σταθερότητα και συνεπώς διάρκεια, που θα τους επιτρέψει να πορευτούν με ηρεμία και ασφάλεια. Και η δεύτερη είναι η συνηθισμένη ψυχοφθόρα μάχη που θα γίνει για την αποφυγή του υποβιβασμού.
Τις προδιαγραφές να ψάξουν μια καλή πορεία ώστε να μην κινδυνεύσουν αλλά και -γιατί όχι- να βρεθούν στις παρυφές της Ευρώπης φαίνεται να έχουν δημιουργήσει ο Αστέρας Τρίπολης, ο Πανιώνιος (αν καταφέρει να λύσει το πρόβλημα της αδειοδότησης για την Ευρώπη), ο Ατρόμητος, τα Γιάννενα.
Πάντως δεν θα είναι έκπληξη αν παρεισφρήσει ανάμεσά τους κάποια από τις υπόλοιπες ομάδες που ξεκινάνε με στόχο να σωθούν, βρει χημεία, ρυθμό και συνθήκες να ξεπεράσει κάθε προσδοκία.
Υπάρχει κι άλλο ένα σημείο αναφοράς. Η επιστροφή της ΑΕΛ στα μεγάλα σαλόνια ύστερα από περιπέτεια πέντε χρόνων και μια περιπλάνηση στις μικρότερες κατηγορίες.
Σε πρώτη φάση ο στόχος της είναι να εδραιωθεί και να θυμίσει ότι είναι η μοναδική ομάδα από την περιφέρεια που στέφθηκε πρωταθλήτρια Ελλάδας (1988).
