Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σάλος έχει δημιουργηθεί τις τελευταίες μέρες με αφορμή τη διάταξη που εισήχθη (και ψηφίστηκε) στο σχέδιο νόμου του υπουργείου Παιδείας για την Ελληνόγλωσση και Διαπολιτισμική Εκπαίδευση και αφορά τα μέλη ΕΕΠ (Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικό) και ΕΔΙΠ (Εργαστηριακού Διδακτικού Προσωπικού) στα οποία δίνεται η δυνατότητα να εξελιχθούν -με τη διαδικασία των κρίσεων- στη βαθμίδα του λέκτορα.

Οι πρυτάνεις και η ομοσπονδία των πανεπιστημιακών έχουν επιδοθεί σε πόλεμο ανακοινώσεων, με πολιτικούς αλλά και μέσα ενημέρωσης να δυναμιτίζουν το κλίμα με δηλώσεις όπως αυτή του βουλευτή του Ποταμιού, Γιώργου Μαυρωτά:

«Με πονηρό τρόπο, δηλαδή με εμβόλιμη “νομοτεχνική βελτίωση” (25 γραμμών!) σε άσχετο άρθρο ήδη κατατεθείσας εκπρόθεσμης τροπολογίας, πέρασε από τη Βουλή στο χθεσινό νομοσχέδιο μια διάταξη που είχαμε “αποκρούσει” τον περασμένο Μάιο» (σ.σ. αναφέρεται στο ζήτημα που είχε ανακινήσει και πάλι ο ίδιος και αφορούσε τη σύζυγο του πρωθυπουργού).

«Νύχτα έκαναν διδάσκοντες ΑΕΙ 1.500-2.000 εργαστηριακό προσωπικό», έγραφε το «Βήμα» την 1η Σεπτεμβρίου, προκαλώντας την απάντηση της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συλλόγων Ειδικού Εργαστηριακού Προσωπικού ΑΕΙ (ΠΟΣΕΕΔΙΠ) η οποία υπολογίζει τα μέλη ΕΔΙΠ και ΕΕΠ με διδακτορικό στα 953 άτομα και τα μέλη Β΄ βαθμίδας και άνω στα 750, σύνολο που μετά βίας ξεπερνά τα 1.700 άτομα.

«Εάν συνυπολογιστούν και τα αυστηρά κριτήρια κρίσης, η ρύθμιση δεν αφορά περισσότερους από 500 εν δυνάμει υποψηφίους, οι οποίοι θα κριθούν σε εύρος τριετίας», λέει στην «Εφ.Συν.» ο γραμματέας της ΠΟΣΕΕΔΙΠ, Γιάννης Μητροφάνης.

Παρά το γεγονός ότι το υπουργείο Παιδείας σε σχετική του ανακοίνωση κάνει λόγο για «αβάσιμους ισχυρισμούς» του κ. Μαυρωτά και τονίζει ότι η ρύθμιση έχει τη σύμφωνη γνώμη των ΑΕΙ, η αναπληρώτρια υπουργός Παιδείας, Σία Αναγνωστοπούλου, αποφάσισε να αναστείλει την εν λόγω διάταξη «για λόγους ασφαλείας δικαίου μέχρι νεότερης νομοθετικής ρύθμισης», όπως αναφέρεται στην απόφαση που διαβιβάστηκε το μεσημέρι της Τετάρτης από τη Γενική Διεύθυνση Ανώτατης Εκπαίδευσης σε όλα τα ΑΕΙ της χώρας.

«Στην προσπάθειά μας να ενισχύσουμε τα ιδρύματα προχωρήσαμε σε μια διάταξη η οποία ωστόσο δεν είχε συζητηθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να αποφευχθούν οι αστοχίες», δηλώνει στην «Εφ.Συν.» η Σία Αναγνωστοπούλου.

«Για να σταματήσει η χυδαία παραφιλολογία περί ρουσφετιών, να ενημερώσουμε ότι ποτέ η Ομοσπονδία ΕΔΙΠ ή ΕΕΠ δεν κατέθεσε αίτημα λεκτοροποίησης ούτε μας άσκησαν πίεση. Οσα αιτήματα μας είχαν υποβάλει και εντάσσονται στον σχεδιασμό για τα Πανεπιστήμια ικανοποιήθηκαν ήδη στον ν. 4386/2016.

»Είμαστε σε ανοιχτό διάλογο με την Ομοσπονδία για την αξιοποίηση ενός επιστημονικού προσωπικού που μπορεί να ενισχύσει ακόμη περισσότερο τα Πανεπιστήμια και να δικαιώσει με δημοκρατικό και ακαδημαϊκό τρόπο τα αιτήματα που θα μας υποβληθούν. Εχουμε τη γενναιότητα να παραδεχτούμε όταν γίνονται νομοθετικές αστοχίες και να τις διορθώνουμε. Γι’ αυτό υπάρχει ο διάλογος και γι’ αυτό τα πάντα τίθενται στην κρίση των εμπλεκόμενων φορέων», προσθέτει η αναπληρώτρια υπουργός Παιδείας, η οποία μάλιστα ρίχνει το γάντι στην αξιωματική αντιπολίτευση δηλώνοντας:

«Κι εμείς θα μπορούσαμε να πούμε το πόσες φορές νομοθέτησε με δόλο και σε μια νύχτα χωρίς να παραδεχτεί ποτέ αστοχία η αξιωματική αντιπολίτευση, γιατί δεν υπήρξε αστοχία. Υπήρξε απλός δόλος. Οποιος κάνει αστοχίες έχει και το θάρρος να πάρει την ευθύνη πάνω του».

«Αντίθετοι από θέση αρχής»

Το θέμα έχει απασχολήσει ολόκληρη την πανεπιστημιακή κοινότητα της χώρας, με τη Σύνοδο των Πρυτάνεων σε σχετική ανακοίνωση να τοποθετείται ενάντια στην ψηφισθείσα ρύθμιση, αλλά και την ΠΟΣΔΕΠ να θεωρεί «ακαδημαϊκά λάθος και ηθικά απαράδεκτο να μετατρέπονται σε λέκτορες και καθηγητές Πανεπιστημίου τα μέλη άλλων κατηγοριών προσωπικού με κλειστές διαδικασίες».

«Η Σύνοδος Πρυτάνεων των Πανεπιστημίων είναι διαχρονικά από θέση αρχής αντίθετη σε κλειστές διαδικασίες ανάδειξης σε ακαδημαϊκές θέσεις, επειδή δημιουργούν αμφιβολίες για την ποιότητα της κρίσης και οδηγούν το ελληνικό Πανεπιστήμιο σε εσωστρέφεια, αφού αποκλείουν από τη διεκδίκηση πανεπιστημιακών θέσεων αξιόλογους νέους επιστήμονες».

Η Σύνοδος επιμένει να κάνει λόγο για «ανοιχτές διαδικασίες κρίσης», λες και η διαδικασία ορίζει την ντε φάκτο επιτυχία του υποψηφίου, αμφισβητώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την αντικειμενικότητα και την κριτική ικανότητα των εκλεκτορικών σωμάτων στα ΑΕΙ, στα οποία μάλιστα συμμετέχουν και οι ίδιοι κατά περίπτωση.

Υπέρμαχος της απόσυρσης της διάταξης εμφανίζεται και η ΠΟΣΔΕΠ, που υποστηρίζει ότι η διάταξη αποσκοπεί στην εικονική κάλυψη των διδακτικών αναγκών, καθώς πρακτικά ούτε αυξάνεται ούτε ανανεώνεται συνολικά το εκπαιδευτικό προσωπικό, ενώ υπογραμμίζει τον κίνδυνο πολλά τμήματα να βρεθούν με λέκτορες σε γνωστικά αντικείμενα που δεν χρειάζονται:

«Στρεβλώνονται η σύνθεση του καθηγητικού προσωπικού και ο προσανατολισμός των τμημάτων, καθώς η ρύθμιση αυτή αγνοεί τις πραγματικές διδακτικές και ερευνητικές ανάγκες των τμημάτων, αλλά και τις διεθνείς επιστημονικές εξελίξεις.

»Με τον τρόπο αυτό πολλά τμήματα θα βρεθούν με λέκτορες σε γνωστικά αντικείμενα που δεν χρειάζονται ενώ ουσιαστικά θα παραμείνουν για πολλά χρόνια υποστελεχωμένα χωρίς νέες θέσεις, καθώς μπορεί ο συνολικός αριθμός καθηγητών του τμήματος να φαίνεται μεν επαρκής, θα είναι όμως ανισομερώς κατανεμημένος στα γνωστικά αντικείμενα του τμήματος».

Ο Γιάννης Μητροφάνης εκτιμά ότι επί της αρχής η ρύθμιση είναι θετική.

«Η πολιτεία διαχρονικά με μια σειρά νομοθετικών ρυθμίσεων έχει αναγνωρίσει το έργο μας, το οποίο προσιδιάζει με εκείνο του λέκτορα. Τα μέλη μας μπορούν να είναι επιστημονικοί υπεύθυνοι ερευνητικών προγραμμάτων, επιτελούν θεσμοθετημένο εφαρμοσμένο διδακτικό έργο, όπως κλινικές ασκήσεις, εργαστηριακά μαθήματα, συγγραφή διδακτικών σημειώσεων, υλικό εξ αποστάσεως εκπαίδευσης και συμμετέχουν στην επίβλεψη πτυχιακών εργασιών.

»Ας μην ξεχνάμε ότι στο προσωπικό αυτό με απόφαση Συγκλήτου μπορεί να ανατεθεί αυτοδύναμη διδασκαλία. Η συντριπτική πλειοψηφία του κλάδου μας είναι κάτοχοι μεταπτυχιακών και διδακτορικών πτυχίων που έχουν να επιδείξουν αξιόλογο διδακτικό και ερευνητικό έργο, με δημοσιεύσεις σε διεθνή περιοδικά και μεγάλο αριθμό ετεροαναφορών, με συμμετοχές σε ερευνητικά προγράμματα, με ανακοινώσεις σε συνέδρια.

»Είμαι βέβαιος ότι το υπουργείο θα επιλύσει άμεσα το πρόβλημα που ανέκυψε με τη ρύθμιση και άμεσα θα επιφέρει τις βελτιώσεις που απαιτούνται. Ούτως ή άλλως, με την υπάρχουσα ρύθμιση έχει αναγνωριστεί ντε φάκτο ότι τα μέλη μας το δικαιούνται», λέει στην «Εφ.Συν.».