Πετάχτηκε όρθια από τον ύπνο, με τα μάτια ορθάνοιχτα. Ο φόβος φτερούγιζε στο στήθος της. Ψηλάφισε το σώμα της για να βεβαιωθεί ότι δεν ήταν πληγωμένη. Για λίγο νόμιζε πως ούτε κοιμόταν ούτε ήταν ξύπνια.
Ενιωσε ότι πετούσε πάνω από τη Δαμασκό, κοιτάζοντας τον εαυτό της από ψηλά να στέκεται αβοήθητη στα βομβαρδισμένα κτίρια.
Η δεκατριάχρονη Αϊσέ είναι τώρα ασφαλής σ’ έναν καταυλισμό προσφύγων σ’ αυτό το ελληνικό νησί που το όνομα του είναι δύσκολο να το προφέρει. Αλλα κάθε μέρα προσπαθεί. Θέλει να το ξέρει καλά. Το νησί αυτό έσωσε τη ζωή της.
Είναι ασφαλής προς το παρόν από τους ανθρώπους με τα μαύρα μάτια, που της στοιχειώνουν τις νύχτες, αρπάζοντας και σκοτώνοντάς την, με τα κοφτερά τους μαχαίρια.
Οι νύχτες δεν ήταν πάντα εφιαλτικές. Θυμάται ότι κάποτε, η ώρα του ύπνου, ήταν η πιο ευχάριστη στιγμή της ημέρας. Ο πατέρας της, διηγιόταν ψιθυριστά τις περιπέτειές του στις ατέλειωτες θάλασσες της ερήμου, ιστορίες με αρωματικά μπαχαρικά και μαγικές συνταγές των γυναικών της Δαμασκού.
Δίπλα της κοιμάται ακόμα ο μεγαλύτερος αδερφός της, ο Χασάν. Η Αϊσέ θέλει να ξυπνήσει και να της πει ότι όλα είναι εντάξει.
Οτι δεν πρέπει να φοβάται πια. Αλλά εκείνος δεν κουνήθηκε και δεν ήθελε να τον ξυπνήσει. Ξέρει πως κάθεται μέχρι αργά με τους φίλους του σε μια «πλατεία» στη μέση του καταυλισμού και κάνουν σχέδια. Θέλουν να φύγουν από το νησί. Να «πετάξουν» στις ξακουστές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες του Βορρά.
Σε αντίθεση με τα σμήνη των πουλιών, που έβλεπε χθες και που ήξερε πως κατευθύνονταν αυτή την εποχή στις ζεστές χώρες για να βρουν τροφή, ο αδερφός της ήθελε να πετάξει στη Γερμανία.
Μα η Αϊσέ άκουσε πως εκεί τον χειμώνα κάνει πολύ κρύο. Πώς ήταν σίγουρος ότι θα βρει δουλειά για να τους θρέψει και τους δύο; Θα μπορούσε να δουλέψει και εκείνη κι ας ήταν μόλις 13 χρόνων;
Γλίστρησε ανάμεσα στα κρεβάτια και περπάτησε με τα ακροδάχτυλά της ώς την έξοδο του θαλάμου που μοιράζονταν με άλλα πέντε παιδιά.
Τα πουλιά που πετούσαν κοντά στα πρώτα σύννεφα της έλεγαν πως η αυγή πλησίαζε. Το χρώμα του φθινοπωρινού ουρανού άλλαζε, από μαύρο σε αχνό γαλάζιο.
Σε αντίθεση με το δικό τους ταξίδι, ένα ταξίδι μέσα σε αγκωνιές, σπρωξιές και εξαθλίωση, σε μικρές βάρκες που προσπαθούσαν να επιπλεύσουν στα ταραγμένα κύματα της θάλασσας, το πέταγμα των αποδημητικών πουλιών έμοιαζε με παράσταση κλασικού χορού.
Μετανάστευαν κατά ομάδες σε πλήρη τάξη και αρμονία. Η Αϊσέ ένιωσε πως πετούσε κι αυτή σαν τα αποδημητικά πουλιά στον απέραντο ουρανό, ελεύθερη και ασφαλής.
Ετρεξε, ξύπνησε τον Χασάν και τους άλλους. Τους έδειξε τα σμήνη των διαβατάρικων πουλιών. Κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε. Στην αυγή της καινούργιας μέρας, της καινούργιας ζωής, τα πουλιά τούς έδειχναν τον δρόμο.
