Είναι το δημοφιλέστερο και με τις περισσότερες πωλήσεις μηχανοκίνητο δίκυκλο σε ολόκληρο τον πλανήτη και φυσικά και στην πατρίδα μας.
Ο λόγος για το περίφημο «παπί», το ευφυέστατο δημιούργημα του ιδρυτή της Honda, Σοϊχίρο, το οποίο φέτος συμπληρώνει 58 χρόνια ζωής. Εχει κατασκευαστεί σε δεκάδες εκατομμύρια κομμάτια κερδίζοντας την καρδιά κάθε αναβάτη του.
Είτε αυτός είναι γιάπης που θέλει να μετακινηθεί γρήγορα, εύκολα και οικονομικά στη ζούγκλα της πόλης, είτε είναι ντελιβεράς, είτε είναι πιτσιρικάς που θέλει να ξεκινήσει τη δίτροχη πορεία του με κάτι προσιτά οικονομικό και μηχανολογικά πραγματικά… αθάνατο.
Πώς όμως και γιατί το «παπί» κατέστη τόσο δημοφιλές ανά την υφήλιο;
Οι λόγοι είναι πολλοί, με πρώτο και καλύτερο τη σχεδίασή του η οποία του επιτρέπει να κινείται σε βροχή χωρίς ο αναβάτης του να μεταβάλλεται σε… παπί από τα νερά, καθώς η προστατευτική ποδιά στα πόδια κάνει πολύ καλά τη δουλειά της.
Ο δεύτερος είναι η παροιμιώδης αντοχή του στον χρόνο -εκατοντάδες «παπιά» ηλικίας 40 ετών και βάλε κυκλοφορούν ακόμη στους ελληνικούς δρόμους- καθώς και η ευχρηστία στην οδήγηση με δεδομένο το μικρό βάρος και την ευελιξία του.

Το πρώτο «παπί», το C-100 Super Cub του 1958, ήταν όχι 100 κυβικά, όπως θα πίστευε κανείς από τον τύπο του, αλλά μόλις 49.
Ο, με οριζόντια διάταξη, μικρός, μονοκύλινδρος επικλινής κινητήρας απέδιδε μόλις 4 ίππους, ισχύ αρκετή για να κινήσει το μηχανάκι με ταχύτητα 60-65 χιλιομέτρων την ώρα, ενώ οι ταχύτητες ήταν μόλις τρεις σε σχέση με τα τετρατάχυτα και πολύ ισχυρότερα σύγχρονα «παπιά» που ξεπερνούν τα 130 χιλιόμετρα τελικής ταχύτητας αποδίδοντας έως και 13 ίππους.
Η πρεμιέρα του στην ευρωπαϊκή ήπειρο έγινε το 1959 στην έκθεση μοτοσικλέτας του Αμστερνταμ κι ένα χρόνο αργότερα έφτασε στις ΗΠΑ. Χαρακτηριστικό της επιτυχίας του είναι ότι ενώ το 1960 οι πωλήσεις στην Αμερική ήταν 5.000 «κομμάτια», τον επόμενο χρόνο εκτοξεύτηκαν στο μισό εκατομμύριο.
Δύο χρόνια αργότερα το C-100 Super Cub εισήχθη και στην ελληνική αγορά με αρχική τιμή τις 10.500 δραχμές, κόστος μάλλον μεγάλο για την εποχή που στην Ελλάδα το μεροκάματο δεν ξεπερνούσε τις 1.000-1.500 δραχμές τον μήνα, ενώ τα πρώτα εξάβολτα C-50 που ήρθαν στη χώρα μας το 1981 στοίχιζαν περίπου 30.000 δραχμές.
Σήμερα, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του υπουργείου Μεταφορών, τα «παπιά» κάθε εταιρείας και κυβισμού ξεπερνούν το ένα εκατομμύριο, κάτι που αντιλαμβάνεται κανείς εύκολα κυκλοφορώντας στην πόλη όπου το πιο χαρακτηριστικό μηχανάκι είναι αναμφίβολα το «παπί».
Εν έτει 2016 οι περισσότερες μεγάλες εταιρείες μοτοσικλετών (Honda, Kawasaki,Suzuki και Yamaha) καθώς και κινεζικές και κορεατικές προσφέρουν το παπί σε τιμές που ξεκινούν λίγο πάνω από τα 1.000 ευρώ και σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως τα 135 κυβικών και ισχύος 13 ίππων «παπιά», πλησιάζουν τις 3.000.
Τι λένε οι ιδιοκτήτες τους

«Δεν θα το άλλαζα με τίποτε» είπε στις «Νησίδες» ο Βαγγέλης Π., στέλεχος χρηματιστηριακής εταιρείας. «Είναι ευέλικτο στην πόλη, ταχύ και οικονομικό και επειδή πολλές φορές πρέπει να μετακινηθώ γρήγορα από το ένα σημείο στο άλλο με βολεύει αφάνταστα».
Την ίδια γνώμη έχει και ο Νίκος Κ. ο οποίος κάνει delivery σε γνωστή εταιρεία ταχυφαγείων. «Σχεδόν όλοι οι συνάδελφοί μου κινούνται με “παπιά”, καθώς είναι γρήγορα, ευέλικτα, οικονομικά και κυρίως χρειάζονται ελάχιστη συντήρηση. Ενάμισι λίτρο λάδι, ένα μπουζί κι ένα καινούργιο φίλτρο αέρα αρκούν για 10.000 απροβλημάτιστα χιλιόμετρα. Οσο σκληρά κι αν τους συμπεριφερθείς, είναι “σκυλιά” και δεν θα σε προδώσουν ποτέ» τονίζει.
Στην καφετέρια του Νέου Ηρακλείου, στην οποία συχνάζουν οι πιτσιρικάδες μηχανόβιοι, όλοι έχουν να μου πουν έναν καλό λόγο για τα «παπιά»: «Το δικό μου είναι ένα “φτιαγμένο” 135άρι και είναι το πιο γρήγορο της γειτονιάς» λέει ο Τάκης Σ.
«Ωστόσο, είτε φτιαγμένα είτε όχι, όλη η νεολαία τα προτιμάει για την οικονομία τους, την αντοχή τους στον χρόνο και στην καταπόνηση και ειδικά οι νέοι όπως εμείς για τα μεγάλα περιθώρια μετατροπών που έχουν».
Ο 18χρονος Γιάννης Ν. δηλώνει ενθουσιασμένος γιατί όπως μας λέει «το “παπί” είναι ένα μηχανάκι που αντέχει πολύ μεγάλες μετατροπές. Χάρη στο κιτ που έχω βάλει αποδίδει πλέον 15 αντί 10 ίππους και η τελική του ταχύτητα ξεπερνά τα 140 χ.α.ω.».
Ελλάδα – Ινδία με «παπί»!

Μια αποστομωτική απάντηση σε όσους πιστεύουν ότι το «παπί» είναι μόνο για αστικές και περιαστικές διαδρομές έδωσε πριν από δύο χρόνια ο έμπειρος Ελληνας αναβάτης Κώστας Μητσάκης, ο οποίος μετά 30 χρόνια ταξιδιών ανά τον κόσμο με μοτοσικλέτες μεγάλου κυβισμού ξεκίνησε και ολοκλήρωσε την άνοιξη του 2014 μ’ ένα τετράχρονο Crypton Χ 135 της Yamaha τη διαδρομή Ελλάδα-Ινδία σε μόλις 18 ημέρες χωρίς να αντιμετωπίσει, ακόμη και με θερμοκρασίες 40+ βαθμών Κελσίου, το παραμικρό μηχανικό πρόβλημα.
Ο «βασιλιάς» των μετατροπών

Οποιος πηγαίνει συχνά στην επαρχία, αλλά και στα στέκια των μεγαλουπόλεων όπου συχνάζει η νεολαία, έχει διαπιστώσει ότι οι μετατροπές στα «παπιά» δίνουν και παίρνουν και δεν είναι λίγοι αυτοί, κυρίως πιτσιρικάδες, οι οποίοι πληρώνουν γι’ αυτές πολλές φορές περισσότερα χρήματα απ’ όσα έχει κοστίσει η αγορά τους!
Ο υπογράφων, πέραν των δεκάδων «καραφτιαγμένων παπιών» τις φωτογραφίες και τα σχόλια των οποίων έχουν αναρτήσει περήφανα στο Διαδίκτυο οι ιδιοκτήτες τους, διαπίστωσε ιδίοις όμμασι το φαινόμενο σε χωριό της Εύβοιας όπου κυκλοφορούν δύο «παπιά»-πύραυλοι, το ένα με τετράχρονο κινητήρα από XR 250 της Honda με ισχύ 40 (!) ίππων και το άλλο με δίχρονο κινητήρα 175 κυβικών εκατοστών, αντίστοιχης ισχύος, από παλιά καθαρόαιμη Yamaha MX.
Το ερώτημα που απηύθυνα στους νεαρούς ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι τόνιζαν ότι «πιάνουν» περισσότερα από 150 χ.α.ω. τελικής ταχύτητας ήταν: «Καλά, και πώς σταματάνε;», για να λάβω την αποστομωτική απάντηση ότι «φοράνε» δισκόφρενα από μεγαλύτερες μοτοσικλέτες.
Το πλαίσιο πάντως δεν έχει κατασκευαστεί για τέτοιες υψηλές ιπποδυνάμεις και όπως τονίζουν έμπειροι μηχανικοί και πωλητές μοτοσικλετών αυτά είναι εξαιρετικά επικίνδυνα πειράματα!
