Από την εποχή του Πλάτωνα και τον εξοβελισμό της τέχνης από την ιδανική Πολιτεία μέχρι τη γενικευμένη, τουλάχιστον στα λόγια, σύγχρονη αποδοχή της, έχουν διατυπωθεί αμέτρητες απόψεις για την οντολογική της διάσταση και τη θέση της στην ανθρώπινη ζωή. Τα κόμικς ως νέα μορφή τέχνης αναστοχάζονται πάνω σε αυτή την προβληματική αξιοποιώντας συχνά τις παραδοσιακές τέχνες. Αλλά ποτέ μιμούμενα

Πριν από λίγα χρόνια, ο Bart Beaty, πανεπιστημιακός δάσκαλος και μελετητής του οπτικού πολιτισμού και των κόμικς, συνέγραψε ένα εξαιρετικό βιβλίο με τον, ευφυώς και εσκεμμένα, προβοκατόρικο τίτλο «Comics Versus Art» (Κόμικς Εναντίον Τέχνης). Φυσικά, αν και επισημαίνει πιθανές αιτίες «διένεξης» για ποικίλους λόγους (κακής ή ανάρμοστης χρήσης, μη απόδοσης credits, παρερμηνειών και καταχρηστικών υπεραπλουστεύσεων, λογοκλοπών, παρωδιών κ.λπ.) μεταξύ των κόμικς και των πιο παραδοσιακών τεχνών –κυρίως των εικαστικών–, το έργο του διαπνέεται από ένα αίσθημα συμμαχίας και αναγκαίας συνομιλίας όλων των τεχνών, χωρίς τους αποκλεισμούς στη βάση δογματικών και τάχα ουσιοκρατικών αξιολογήσεων του παρελθόντος.

Ποιος μιμείται ποιον;

Από την πλευρά των κόμικς, τέτοιες απόπειρες συνομιλίας είναι συνηθισμένες τα τελευταία χρόνια καθώς αρκετοί δημιουργοί εντάσσουν στις ιστορίες τους και τροποποιούν με πνευματώδη τρόπο κλασικά ή λιγότερο γνωστά έργα από την Ιστορία των αποκαλούμενων «καλών» τεχνών, εντάσσοντάς τα σε νέα συμφραζόμενα και δημιουργώντας με επίκεντρο αυτά νέες αφηγήσεις, νέες ιστορίες. Πρόσφατο παράδειγμα είναι η σειρά «Art Ops» των Shaun Simon, Matt Brundage, Eduardo Risso, και Michael Allred. Στο εξώφυλλο του πρώτου τεύχους, δεσπόζει η γνωστή φιγούρα της Μόνα Λίζα, με «χάρτινη» σάρκα και οστά, που μόλις το έχει σκάσει από τον πίνακα του Λεονάρντο ντα Βίντσι με τη βοήθεια μιας μυστικής οργάνωσης. Θα ακολουθήσουν κι άλλα πασίγνωστα πρόσωπα, όπως ο Δαβίδ του Μικελάντζελο, το Αγαλμα της Ελευθερίας, η αποστεωμένη φιγούρα της Κραυγής του Μουνκ, μορφές από πίνακες του Καραβάτζιο, κυβιστικές γυναίκες του Πικάσο, δακρυσμένες ποπ γυναίκες του Λιχτενστάιν κ.ά., σε μια ιστορία που εκτυλίσσεται σε χώρους τέχνης, γκαλερί και μουσεία, όπως το Metropolitan Museum of Art, και με σχετικά χιουμοριστικό τρόπο πραγματεύεται την εμπλοκή των έργων τέχνης όχι μόνο ως υλικών αντικειμένων αξίας αλλά και ως φυσικών προσώπων στην καθημερινή ζωή.

Ποιος μιμείται ποιον;

Ακόμα πιο πρόσφατο είναι το mini series με τίτλο «The Electric Sublime» των Maxwell Prince και Martin Morazzo που θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες. Και σε αυτό συμμετέχει η Μόνα Λίζα, τα «σκηνικά» παραπέμπουν σε πίνακες του Πόλοκ και του Κλιμτ, ενώ κατά το σενάριο ένας φημισμένος πίνακας αρχίζει να αποσυντίθεται και να δηλητηριάζει τα μυαλά των θεατών του. Στο δελτίο Τύπου μάλιστα, αναφέρεται ότι πρόκειται για ένα «κόμικς που μιμείται την τέχνη που μιμείται τη ζωή». Εδώ είναι που, με αφελή τρόπο και για λανθασμένο λόγο, επανέρχεται η πλατωνική αγκύλωση περί μίμησης. Γιατί είναι αδιανόητο στη διαφήμιση ενός κόμικς να διαχωρίζονται τα κόμικς από την έννοια της «τέχνης» και να δηλώνεται ότι μπορεί να τη μιμούνται. Μια τέχνη που όπως κάθε τέχνη δεν μιμείται ποτέ τη ζωή.

Οπως και να ‘χει, τα δύο αυτά κόμικς όπως και δεκάδες άλλα των τελευταίων ετών ανοίγουν διαύλους επικοινωνίας με τις εικαστικές τέχνες. Κάποιες φορές επιτυχημένα και σε κοινή γλώσσα και κάποιες άλλες από τη θέση ενός αυτοθυματοποιημένου φτωχού συγγενή. Τα αποτελέσματα αυτής της επικοινωνίας μπορούν να είναι ωφέλιμα για την τέχνη μόνο όταν ο «διάλογος» γίνεται στη βάση της ισοτιμίας και η σχέση είναι αμφίδρομη. Δυστυχώς δεν είναι πάντα.