Στις αρχές του 21ου αιώνα τοποθετείται η έναρξη των συζητήσεων για την «αριστερή μελαγχολία» και μάλιστα με την αναψηλάφηση των συναφών θέσεων του W. Benjamin. O R. Burton είχε σταθεί στη μορφή της «πολιτικής μελαγχολίας», εμπλουτίζοντας την ψ–αριστοτελική θεώρηση (Προβλήματα ΧΧΧ) των «περιττών» (= «εξαιρετικών») ανθρώπων «κατά πολιτικήν».
Στη διδακτορική διατριβή (1979) και στην υφηγεσία μου (1982) είχα αξιοποιήσει το σχετικό παράθεμα του The Anatomy of Melancholy (1621), μια και δεν είχα αρκεστεί στην ψυχολογίζουσα ερμηνεία της εσωστρέφειας που ταλαιπωρεί όσους γεννήθηκαν στον αστερισμό του Σατούρνου, ιδίως όταν αποσιωπάται ότι η νοσταλγία τους αφορά την «ισονομία του Κρόνου» που διαρκώς φεύγει από τα χέρια τους.
Προφανώς η αναθέρμανση αυτής της συζήτησης προέκυψε και από τη δημοσίευση (1948–1951) των «Τετραδίων της Φυλακής» του A. Gramsci, στα οποία συναρτά την «απαισιοδοξία της γνώσης» με την «αισιοδοξία της βούλησης».
Μ’ αυτήν την αφόρμηση θα μπορούσε να τεθεί το ερώτημα στον «παππού» (βλ. το βιβλίο μου «Ο Marx στον καθρέφτη», 2014:329) πότε βίωνε στιγμές «μελαγχολίας». Με την εξής απάντηση:
Τόσο από την ιδιωτική μου ζωή όσο και από την κοινωνική και πολιτική κατάσταση της εργατικής τάξης. Οταν μάλιστα ήταν χωρίς ιστορική ανταπόκριση η απόφανσή μου ότι «είναι καθήκον και συμφέρον μας να κάνουμε την επανάσταση διαρκή» (Μάρτιος 1850:254).
Μόνο που και σ’ αυτήν την εκδοχή της πρόκειται για «προϊόν κυρίως των πραγματικών συνθηκών» και όχι για «προσπάθεια της θέλησης» (15.9.1850:598). Ηταν μια απόπειρα ορισμού του «σοσιαλισμού» η «διαρκής κήρυξη της επανάστασης» («Permanenzerklärung») και όχι ο εφησυχασμός με τα σταυρωμένα χέρια (1850:90).
Κι αν η επόμενη ερώτηση αφορούσε τυχόν θεματοποίηση της «ειρωνείας», με σημερινούς όρους θα είχε ενδιαφέρον αν η δίδυμη αδελφή της παραμένει η «μελαγχολία».
Ο,τι ακριβώς συνέβαινε και παλαιότερα συμβαίνει και τώρα. Αυτός που μπορεί να (αυτο)ειρωνεύεται, συνάμα ενδέχεται να μελαγχολεί. Να διαθέτει την επίγνωση των βαθμών συνταύτισης ή όχι επιθυμητού στόχου και επίτευξής του.
Μ’ άλλα λόγια, αυτή η δυσχερής συνάντηση «είναι» και «δέοντος» αφορά τη βαρύθυμη εσωστρέφεια υποκειμένων. Τούτο δεν οδηγεί βέβαια σε παραίτηση και συνθηκολόγηση. Ισα ίσα, συντείνει σε ένα πλέγμα αυτοπροστασίας, κατά την εκτύλιξη της διακινδύνευσης, και σε μια έλξη προς αυτό που κάποτε θα έπρεπε να επιτευχθεί.
Πολλοί μίλησαν για το προνόμιο των «εξαιρετικών», αν και πρόκειται για το εξαιρετικό σημείο έλξης όσων δεν βολεύονται με τον υπάρχοντα κόσμο. Από άλλη σκοπιά συναρτήθηκε, με αρκετές παραλλαγές, η «απαισιοδοξία της νόησης» με την «αισιοδοξία της βούλησης». Και για τούτο έγινε λόγος για «αριστερή μελαγχολία».
Ανεξάρτητα απ’ αυτές τις διατυπώσεις η μελαγχολία διέπεται από την «ηθική του βελτίστου». Αν και για τους εξουσιαστές που χάνουν τη δύναμή τους σφραγίζεται από τη νοσταλγία του παρελθόντος τους.
Οι τελευταίοι προκρίνουν τον κύκλο ως σχήμα προκατανόησης της Ιστορίας και όσοι τους διαδέχονται αντίστοιχα τη γραμμή. Την «ενεργητική απαισιοδοξία» έχουν όμως ως διαρκή σύμμαχό τους εκείνοι που προσπαθούν να γεφυρώσουν την πραγματικότητα με το ιδεώδες.
Επιπλέον, έχει επινοηθεί ευστοχότερη λέξη από τον «ενθουσιασμό»; πρόκειται για το ζωηρότερο αδελφάκι των διδύμων που μόλις προσδιόρισα, της ειρωνείας και της μελαγχολίας.
Με τον αρχαίο ελληνικό αυτόν όρο, που γνώρισε εννοιολογικές διαφοροποιήσεις ώσπου να καθιερωθεί στο ευρωπαϊκό λεξιλόγιο, νοείται και σήμερα η συναισθηματική πυροδοσία της δημόσιας εκφοράς του λόγου και της πράξης όσων αντιτίθενται στον υπάρχοντα κόσμο.
Είναι ακριβώς η ώθηση για την υπέρβαση των ορίων που μας θέτει η κατεστημένη κυριαρχία. Προφανώς ως «μέση λέξις» αφορά κι αυτούς που «δεν έχουν τον θεό μέσα τους», δηλαδή τους δημοκόπους κάθε λογής που παρασύρουν τους εξουσιαζόμενους.
Οσο για τον ομογάλακτο του ενθουσιασμού, συχνά αυτός αποδίδεται ως «ρομαντισμός». Συνηθίζεται μάλιστα μαζί με την οριοθέτηση της τελευτής του Διαφωτισμού να τίθεται η προβληματική για την εμβέλειά του.
Με την υπονοούμενη κι εδώ επισήμανση ότι πρόκειται τάχα για μόρφωμα ιδεών και πρακτικής που διαδέχτηκε τον Διαφωτισμό ή έστω που συνέβαλε στην απόσυρσή του.
Ως εμφανής «σκιά» αυτού του κινήματος το παρακολουθεί ωστόσο κατά το σύνολο της σταδιοδρομίας του στη δυτική Ευρώπη. Χωρίς, δηλαδή, να παραπέμπει σε κάποια τυπική διάζευξη διαδοχής και εγγενούς αντιπαράθεσης.
Πότε ακριβώς αποκτά ο «ρομαντισμός» θετικό πρόσημο; Προφανώς όταν καταφάσκει τη γείωση των κοινωνικών και πολιτικών σχεδιασμών και συνάμα πυροδοτεί την απογείωση όσων επιχειρούν την πραγματοποίησή τους.
*ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
